Οι εξαγωγές νωπών φρούτων και λαχανικών κατά το 2017 μειώθηκαν κατά -12,6% σε όγκο, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2016, φθάνοντας τους 1.471,302 τόνους, ενώ η αξία μειώθηκε κατά -3,7%, φθάνοντας σε 1.012.526 εκατ. €, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όπως έχουν επεξεργασθεί από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής Διακίνησης Φρούτων, Λαχανικών και Χυμών «Incofruit Hellas».

 

Όπως αναφέρει ο ειδικός σύμβουλος του Συνδέσμου, κ. Γιώργος Πολυχρονάκης, σε ειδικό ενημερωτικό σημείωμα που δόθηκε στην δημοσιότητα στις 26 Φεβρουαρίου, «η μείωση αυτή θεωρείται φυσιολογική μετά από μια εκτόξευση που είχαμε το 2016 και που ο τομέας κατέγραψε σε πολλά προϊόντα ρεκόρ δεκαετίας. Κατά μέσο όρο, η ημερήσια ποσότητα κατανάλωσης δεν είναι η προβλεπόμενη από τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας, πλην όμως η τάση της πτωτικής κατανάλωσης φαίνεται να έχει ανατραπεί και εισερχόμεθα σε αυξητική τάση Σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγή φρούτων αυξάνεται κατά τι περισσότερο από 2% ετησίως κατά μέσο όρο, ενώ το εμπόριο φρούτων αυξάνεται κατά 7% ετησίως».

 

Οι εξαγωγές

 

Στην περίοδο του 2017 οι εξαγωγές στα φρούτα μειώθηκαν σε αξία -4,2%  και σε όγκο  -14,3% ύψους 850,524 εκατομμύρια ευρώ και 1.267.465 τόνων, οι δε εξαγωγές των λαχανικών παρουσίασαν ελαφρά μείωση -1,2% σε αξία, φθάνοντας τα 162 εκατ ευρώ και τον όγκο να παραμένει σταθερός -0,4% σε  συνολικά 203.837 τόνους.

 

Στα φρούτα το πιο αξιοσημείωτο είναι η μείωση σε ποσότητες στα τα πορτοκάλια -41,8%, τα μανταρίνια με -30,2%, με αύξηση όμως των πυρηνόκαρπων (ροδάκινα, νεκταρίνια, βερικόκκων, κερασιών)  +12,4% που σημείωσαν ρεκόρ 5ετιας, φράουλες με +12,2% αλλά και νωπών σταφυλιών +16,6% ρεκόρ 10ετίας

 

Η εξαιρετική μείωση εξαγωγών στα λεμόνια ουσιαστικά απεκατέστησε την πραγματικότητα έναντι της αφύσικης αύξησης του 2016.

 

Καλύτερες επιδόσεις κατ όγκο στα λαχανικά ήταν οι πατάτες με +43,2%.

 

Η Ελλάδα, διατηρώντας σταθερή παραγωγή στα φρούτα και λαχανικά (με συνήθεις ετήσιες διακυμάνσεις μεταξύ προϊόντων) σε περίπου 7,5 – 8  εκατομμύρια τόνους, εντούτοις έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές κατά την τελευταία δεκαετία.

 

Από 1.027.568 τόνους αξίας 718,847 εκατομμύρια ευρώ το 2007 σε 1.683.746 τόνους και 1.051.520.597 εκατομμύρια ευρώ για το 2016 και στο 2017 σε 1.471.302 τόνους και  € 1.012,525.722  εκατομμύρια αυξημένες κατά 11,3% και 15,5% κατ όγκο και αξία έναντι του 2015

 

Η αξία των νωπών φρούτων αναμένεται ότι θα αυξηθεί ταχύτερα από τον όγκο των ποσοτήτων στην αγορά της ΕΕ κατά τα προσεχή έτη. Αυτό συμβαίνει λόγω αλλαγής προτιμήσεως των ευρωπαίων καταναλωτών για νωπά φρούτα  έναντι μεταποιημένων, για «ακριβότερα» φρούτα από τα παραδοσιακά ως  πορτοκαλιών, μήλων και πεπονιών ήτοι προς μούρα, φράουλες, φρούτα του δάσους, νέων ποικιλιών πεπονιού, αβοκάντο, μάνγκο , ακτινιδίων, νέων ποικιλιών μήλων και επιτρ σταφυλιών.

 

Η εγχώρια κατανάλωση φρούτων και λαχανικών είναι σχετικά μικρή. Επιπλέον, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταναλωτών έχει χτυπηθεί σκληρά από την οικονομική κρίση, για έβδομο χρόνο πλην όμως η αύξηση των εισαγωγών δείχνει μια βελτίωσή της.

 

Η απώλεια της ρώσικης αγοράς αντικαθίσταται από τρίτες χώρες

 

Οι Έλληνες εξαγωγείς δεν έχουν αποθαρρυνθεί από την απώλεια της ρωσικής αγοράς, η οποία, για ορισμένα προϊόντα, ήταν ο μεγαλύτερος προορισμός. Ως εναλλακτική λύση οι πωλήσεις προς ΕΕ και τρίτες χώρες έχουν αυξηθεί. Πέρα από την παροχή από όλες τις προμηθεύτριες χώρες κατά τη διάρκεια της περιόδου 2015-2017 η πίεση στις τιμές είναι μεγάλη με μια μικρή βελτίωση την τρέχουσα περίοδο.

 

Η κατάσταση αυτή θα πρέπει να προκαλέσει ανησυχίες όσον αφορά την εμπορική πολιτική μακροπρόθεσμα και να οδηγήσει σε περαιτέρω επέκταση των εξαγωγών μας σε νέες αγορές (π.χ. χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, επιταχύνοντας διμερή φυτοϋγειονομικά πρωτόκολλα).

 

Κατά την ίδια περίοδο υπήρξε αύξηση των εισαγωγών για τα λαχανικά + 15,6% σε όγκο και + 10,6% σε αξία, και επίσης μια αύξηση των εισαγωγών για φρούτα + 17,5% σε όγκο με  + 8,1% σε αξία – κυρίως τροπικά φρούτα (ακτινίδια,, ανανάς, μπανάνες, χουρμάδες) αλλά επίσης λεμόνια και αχλάδια.

 

Οι ενδείξεις των χειμερινών προϊόντων είναι ευνοϊκές (εσπεριδοειδή & ακτινίδια,) που μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι η εμπορική τους περίοδος 2017/18  θα κλείσει με ρεκόρ στις εξαγωγές ακτινιδίων και μανταρινιών αποκαθιστώντας την αυξητική τους πορεία τα τελευταία χρόνια με βελτίωση, που έχει αρχίσει να φαίνεται, στην μεσοσταθμική αξία των εξαγομένων μας νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων

 

Αναγκαία η ύπαρξη στρατηγικής για το μέλλον

 

Σύμφωνα με τον ειδικό σύμβουλο του Συνδέσμου «Διαπιστώνεται μια έλλειψη στρατηγικής γεωργικών προϊόντων και μια εμφανής ανάγκη για χάραξη της τόσο στην καλλιέργεια και στο εμπόριο και ιδιαίτερα αυτό των εξαγωγών. Ο τομέας των οπωροκηπευτικών για παράδειγμα, οι εξαγωγές των οποίων έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια, έχει ανάγκη από μεταρρύθμιση καθ ότι η ζήτηση αναμένεται να υπερβεί την παραγωγή μόλις η εγχώρια κατανάλωση  αποκατασταθεί στα προ της κρίσης επίπεδα

 

Αναμένοντας ότι το παγκόσμιο εμπόριο φρούτων θα συνεχίσει να αυξάνεται αφ ενός λόγω αύξησης του πληθυσμού και αφ ετέρου της βελτίωσης οικονομικής ευημερίας, για να αντιμετωπισθεί η αυξανόμενη ζήτηση για νέα, καλύτερα, καθαρότερα αλλά και άλλα προϊόντα μη παραγόμενα στην εγχώρια αγορά, καθίσταται επείγουσα και άμεση η χάραξη πολιτικής. Οι μέθοδοι καλλιέργειας στην χώρα μας, η επάρκεια της ψυκτικής αλυσίδας και  αποθήκευσης, η τυποποίηση, συσκευασία και οι μεταφορές καθιστούν τις επιχειρήσεις μας πιο βιώσιμες, ανταγωνιστικές και επομένως η περαιτέρω εξωστρέφεια τους είναι προφανής και πρέπει να ληφθούν υπόψη για άμεση ενεργοποίηση στρατηγικής.

 

Πιστεύουμε ότι οι ισχύουσες διατάξεις της ΕΕ στη διαχείριση κρίσεων και στη διαπραγμάτευση ιδίως όσον αφορά τις εισαγωγές στην ΕΕ χρειάζονται βελτίωση προς αποκατάσταση της προτίμησης σε Φρούτα & Λαχανικά  που παράγονται εντός της ΕΕ, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στην αγορά της Κοινότητας

 

Επανεξέταση των εισαγωγών από τρίτες χώρες στην ΕΕ: θα πρέπει να επανέλθουμε στην αρχική αρχές, δομές και αξίες που έδωσε προτεραιότητα σε προϊόντα των κρατών-μελών.  Θα πρέπει αυτό να επιτευχθεί μαζί με την επιβολή στους ίδιους κανόνες και απαιτήσεις όσον αφορά την καλλιέργεια και την κατανάλωση σε κάθε κράτος μέλος, η Κοινότητα θα απορροφήσει τη δική της παραγωγή και σε υψηλότερες τιμές».