Την έντονη αντίδρασή τους σε κάθε σενάριο επανεθνικοποίησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, όπως με την συγχρηματοδότηση από εθνικούς πόρους των κρατών – μελών, εξέφρασαν οι Υπουργοί Γεωργίας της Ε.Ε., κατά την διάρκεια συνεδρίασής τους χθες, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου στις Βρυξέλλες.

 

Η εν λόγω αντίδραση εκφράστηκε όταν, μεταξύ άλλων θεμάτων, κλήθηκαν να ανταλλάξουν απόψεις σχετικά με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο “Το μέλλον της διατροφής και της γεωργίας”, που δόθηκε στην δημοσιότητα στις 29 Νοεμβρίου και ουσιαστικά αναφέρεται στην ΚΑΠ μετά το 2020, απαντώντας σε συγκεκριμένα ερωτήματα που έθεσε προς τις αντιπροσωπείες των κρατών μελών η Βουλγαρική Προεδρία του Συμβουλίου.

 

Αναλυτικότερα, όπως αναφέρεται στα συνοπτικά πρακτικά της συνεδρίασης, το Συμβούλιο επικεντρώθηκε ιδίως στην προστιθέμενη αξία της ΚΑΠ, καθώς και στην διατήρηση του κατάλληλου επιπέδου επικουρικότητας.

Στη συνέχεια της συζήτησης, οι υπουργοί τόνισαν την σημασία της προστιθέμενης αξίας της ΚΑΠ για τους αγρότες, τους πολίτες και την κοινωνία στο σύνολό της και τον βασικό ρόλος της: στην παροχή ασφαλών και υψηλής ποιότητας τροφίμων σε επαρκείς ποσότητες, στην προστασία του περιβάλλοντος, στον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, στην διατήρηση ισχυρών και βιώσιμων αγροτικών περιοχών, στην συμβολή σε ένα δίκαιο εισόδημα για τους αγρότες, και στην διατήρηση της γεωργικής παραγωγή σε ολόκληρη την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτικών περιοχών.

 

Επιπλέον, οι υπουργοί έκριναν ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι στόχοι της ΚΑΠ που ορίζονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπογράμμισαν τη σημασία της διασφάλισης ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου στους γεωργούς. Τόνισαν επίσης την ανάγκη να εξασφαλιστεί μέσω της ΚΑΠ ίση μεταχείριση και θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ των γεωργών, καθώς και με όλους τους άλλους παράγοντες της αγροδιατροφικής αλυσίδας.

 

Οι Υπουργοί εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αυξηθεί το σημερινό επίπεδο επικουρικότητας. Ταυτόχρονα, τόνισαν τη σημασία της απλούστευσης και της επαρκούς ευελιξίας για τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές και περιφερειακές ιδιαιτερότητες. Οι αντιπροσωπίες τάχθηκαν υπέρ της μείωσης του διοικητικού φόρτου τόσο για τους αγρότες όσο και για τις δημόσιες αρχές και για την αποτροπή καθυστερήσεων στις πληρωμές, αξιοποιώντας τα διδάγματα που αντλήθηκαν από τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης. Στο σημείο αυτό αρκετοί υπουργοί έκριναν ότι η μεγαλύτερη επικουρικότητα δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τον “κοινό” χαρακτήρα της ΚΑΠ, η οποία θα πρέπει να παραμείνει μια πραγματικά ευρωπαϊκή πολιτική. Οποιαδήποτε “επανεθνικοποίηση” ή κατακερματισμός της ΚΑΠ θα έθετε σε κίνδυνο την προστιθέμενη αξία της.

Σημειώνεται πως η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Το μέλλον της διατροφής και της γεωργίας» υποβλήθηκε ήδη στο προηγούμενο Συμβούλιο Υπουργών κατά τη σύνοδό του στις 11 Δεκεμβρίου 2017. Η ανακοίνωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε νέους στόχους όπως η προώθηση ενός έξυπνου και ανθεκτικού γεωργικού τομέα, την περιβαλλοντική φροντίδα και την κλιματική δράση και την ενίσχυση του κοινωνικού ιστού των αγροτικών περιοχών. Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι και να απελευθερωθούν οι δυνατότητες του γεωργικού τομέα, διατηρείται η υπάρχουσα δομή των δύο πυλώνων, αλλά προτείνονται επίσης σημαντικές αλλαγές, όπως: ο ενισχυμένος ρόλος των κρατών μελών στην εκπόνηση δικού τους στρατηγικού σχεδίου και στους πράσινους κανόνες προς όφελος μιας πιο στοχοθετημένης, πιο φιλόδοξης αλλά και ευέλικτης προσέγγισης.

 

Οι ελληνικές θέσεις

 

Με παρέμβασή του ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Βαγγέλης Αποστόλου, κατά τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε χθες στο Συμβούλιο Υπουργών για την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με «το μέλλον των τροφίμων και της γεωργίας» και ειδικότερα τοποθετούμενος στο πρώτο ερώτημα της Προεδρίας (Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη συνεχή και αυξημένη προστιθέμενη αξία της ΚΓΠ για τους γεωργούς, τις αγροτικές κοινότητες και τους πολίτες μετά το 2020; Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι που θα πρέπει να θέσουμε σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να επιτευχθεί αυτό;), τόνισε τα εξής:

 

«Πιστεύουμε ότι η προστιθέμενη αξία της ΚΑΠ μπορεί να εξασφαλιστεί μόνον εφόσον διασφαλιστεί ένας επαρκής προϋπολογισμός, μια σταθερότητα στους πόρους. Διαφορετικά, η ΚΑΠ δεν  θα μπορέσει να ανταποκριθεί στους στόχους της, όπως αυτοί ορίζονται από τη Συνθήκη, αλλά και στις διάφορες προκλήσεις, με ορατό τον κίνδυνο υπονόμευσης αυτής καθ’ εαυτής της ΚΑΠ μακροπρόθεσμα. Στο σημείο αυτό θα αναφερθώ, εν συντομία, στο θέμα της σύγκλισης των ενισχύσεων. Η διαφορά των ενισχύσεων ανά εκτάριο μεταξύ των Kρατών-Μελών βασίζεται σε διαφορετικές γεωργικές και οικονομικές πραγματικότητες οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν.

 

Για μας, η εξασφάλιση ενός δίκαιου εισοδήματος για τους γεωργούς μας, η επισιτιστική ασφάλεια, η ενιαία αγορά, οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, η ενίσχυση της θέσης των γεωργών στην εφοδιαστική αλυσίδα, η ευημερία των αγροτικών περιοχών αλλά και η διασφάλιση συνθηκών που θα προσελκύσουν νέους ανθρώπους στη γεωργία θα πρέπει να αποτελούν βασικούς στόχους της  ΕΕ για την ΚΑΠ μετά το 2020. Αντίστοιχα, η παραγωγή ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων σε προσιτές τιμές για τον καταναλωτή, η προστασία του περιβάλλοντος και η κλιματική αλλαγή, συμπληρώνουν τον κατάλογο των βασικών μας προτεραιοτήτων.

 

Με τη σειρά τους, η έρευνα και η τεχνολογία θα επιτρέψουν στην γεωργία να γίνει ακόμη περισσότερο βιώσιμη και ανταγωνιστική. Είναι τα εργαλεία στα χέρια των εθνικών διοικήσεων και των γεωργών για να αντιμετωπιστούν προκλήσεις και να  επιτευχθούν στόχοι, είτε αφορούν στο περιβάλλον και στο κλίμα είτε στους βιώσιμους αναπτυξιακούς στόχους».

 

Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα της Προεδρίας (Ποιο θα πρέπει να είναι το κατάλληλο επίπεδο της προτεινόμενης αύξησης της επικουρικότητας για τα διάφορα μέσα πολιτικής (άμεσες ενισχύσεις, μέτρα στήριξης της αγοράς, περιβαλλοντικά στοιχεία, αγροτική ανάπτυξη), προκειμένου να διατηρηθεί ο κοινός χαρακτήρας της ΚΑΠ και παράλληλα να δοθεί ευελιξία στα κράτη  μέλη; Θεωρείτε ότι τα προτεινόμενα στρατηγικά σχέδια αποτελούν κατάλληλο μέσο για την εφαρμογή του αυξημένου βαθμού επικουρικότητας και ποιες είναι οι ουσιαστικές παράμετροι ώστε να εκπληρώσουν επαρκώς τον ρόλο αυτό), ο κ. Αποστόλου επισήμανε τα εξής:

 

«Πιστεύω ότι η αύξηση της επικουρικότητας αποτελεί μια αληθινή πρόκληση για το μέλλον του Κοινού χαρακτήρα της ΚΑΠ. Προφανώς και υποστηρίζουμε την αρχή της επικουρικότητας, που δίνει περισσότερο χώρο στα κράτη μέλη, στις ιδιαιτερότητες και δυνατότητες τους. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε η αύξηση του βαθμού επικουρικότητας να μην διαταράσσει την ενιαία αγορά και τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών αλλά και να μην οδηγεί σε μια μορφή επανεθνικοποίησης της ΚΑΠ, κάτι που ξεκαθάρισε και ο Επίτροπος Hogan με την τοποθέτηση του, ότι δηλαδή δεν τίθεται τέτοιο θέμα από πλευράς Επιτροπής.

 

Για τα στρατηγικά σχέδια, εκφράσαμε ήδη από το προηγούμενο Συμβούλιο τις ανησυχίες μας. Παρά τις πληροφορίες που έδωσε η Επιτροπή, παραμένουν ερωτήματα αλλά και γεννώνται νέα. Για παράδειγμα, εντείνεται ο προβληματισμός μας για τον τρόπο με τον οποίο διάφορα μέσα πολιτικής, όπως οι άμεσες ενισχύσεις, θα λειτουργήσουν μέσα σε αυτό το στρατηγικό σχέδιο. Πως θα διασφαλίσουμε ότι θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως ένα δίχτυ ασφαλείας; Ακόμη, θα επαναλάβουμε ότι, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από τα προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις για τη διαδικασία διαμόρφωσης, αξιολόγησης, έγκρισης και παρακολούθησης αυτού του σχεδίου που θα καλύπτει και τους δύο Πυλώνες. Εδώ η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει την απαραίτητη υποστήριξη ώστε να μην προκύψουν προβλήματα.

 

Πρέπει, κατά την άποψη μας, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στον τρόπο με το οποίο θα λογοδοτούν τα Κ-Μ στην Επιτροπή και οι γεωργοί  στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ώστε να δώσουμε την απαραίτητη ευελιξία χωρίς να αυξήσουμε την γραφειοκρατία και τις εκκαθαρίσεις λογαριασμών.

 

Αγαπητέ  Επίτροπε, Αγαπητοί συνάδελφοι,

 

Οι αποφάσεις που θα λάβουμε θα κρίνουν το μέλλον όχι μόνο της  επόμενης αλλά και της μεθεπόμενης ΚΑΠ. Οι επιφυλάξεις και οι  προβληματισμοί μας δεν σημαίνει ότι μας φοβίζουν οι αλλαγές. Αντίθετα, υποστηρίζουμε οτιδήποτε βελτιώνει τη λειτουργία της ΚΑΠ. Εντούτοις, θα επιμείνουμε στην αναγκαιότητα κοινών αρχών αλλά και κοινών κανόνων σε κρίσιμα για την γεωργία θέματα, εάν πράγματι θέλουμε η παλαιότερη Κοινή πολιτική στην ιστορία της Ε. Ένωσης να συνεχιστεί και να καταστεί αποτελεσματικότερη».