Ευκαιρία για αύξηση του αγροτικού εισοδήματος μπορεί να αποτελέσει η μετατροπή των καλλιεργειών σε βιολογικές και ειδικά σε προϊόντα που έχουν ζήτηση στις διεθνής αγορές, όπως το ελαιόλαδο και το κρασί. Επιπλέον οι βιοκαλλιεργητές το τελευταίο διάστημα μπορούν να επωφεληθούν και των προγραμμάτων «βιολογικής γεωργίας» της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου προκειμένου να επιδοτηθούν.

Οι βιολογικά καλλιεργούμενοι ελαιώνες αποτελούν το 50% των βιολογικών καλλιεργειών της χώρας μας, και σύμφωνα με μελέτες το 50% αυτής της παραγωγής εξάγεται ως τυποποιημένο βιολογικό προϊόν, με τιμές που κυμαίνονται από 4 ως 4,5 ευρώ το κιλό. Αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός μπορεί να καρπωθεί την υπεραξία του προϊόντος που παράγει, εν αντιθέσει προς τους συναδέλφους του που έχουν συμβατικές καλλιέργειες. Την ίδια στιγμή τόσο η παραγωγή όσο και η ζήτηση κρασιών που παράγονται από σταφύλια βιολογικής καλλιέργειας βρίσκονται σε αυξητική πορεία. Οι παραγωγοί βιολογικού κρασιού χρησιμοποιούν σταφύλια που έχουν παραχθεί με βιολογικές μεθόδους, έχουν μάλιστα το δικαίωμα να αναγράφουν στις φιάλες «βιολογικό κρασί» και όχι «κρασί από βιολογικά σταφύλια», όπως συνέβαινε μέχρι το 2012 που δεν είχε εφαρμοστεί ο σχετικός κανονισμός. Το εισόδημα που μπορεί να αποφέρει στους παραγωγούς με τη δημιουργία της νέας αυτής κατηγορίας κρασιού -όπως μας εξηγούν- είναι τουλάχιστον 20%-25% μεγαλύτερο από αυτό της συμβατικής οινοποίησης. Το ακαθάριστο εισόδημα στον αμπελουργό βιολογικών σταφυλιών υπολογίζεται να είναι 1.700-2.000 ευρώ ανά στρέμμα, αν λάβουμε ως βάση μια μέση παραγωγή σταφυλιών 1.000 κιλά/στρέμμα και μια μέση τιμή 1,5-2 ευρώ ανά κιλό.

Ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση δεν λείπουν και τα προβλήματα, τα οποία, όπως μας τονίζουν οι παραγωγοί, είναι κοινά για το σύνολο των βιοκαλλιεργητών. Αυτά συνοψίζονται ως εξής: α) Μικρός ή πολυτεμαχισμένος κλήρος με υψηλό κόστος παραγωγής, β) βιοκαλλιεργητές μόνο για τη λήψη στρεμματικής επιδότησης, γ) ανεπάρκεια σε διαχειριστικές ικανότητες (Management), δ) γερασμένοι παραγωγοί, ε) διάδοχοι όχι οι φυσικοί κληρονόμοι, αλλά συνήθως μετανάστες, στ) έλλειψη συλλογικότητας – ομάδων παραγωγών, ζ) υψηλές τιμές αγοράς/ενοικίασης αγροτικής γης.

Εν κατακλείδι η βιολογική γεωργία είναι μια καλή απάντηση για όποιον θέλει να ασχοληθεί με την παραγωγή και εμπορία προϊόντων ποιότητας, όπως το λάδι και το κρασί. Μπορεί να εγγυηθεί ένα αξιοπρεπές εισόδημα σε όποιον επιλέξει να την ασκήσει. Χρειάζεται όμως να γίνει σοβαρός σχεδιασμός από την αρχή και να υπάρξει προσήλωση στο επιχειρηματικό σχέδιο που θα αποφασιστεί να εφαρμοστεί. Με θέληση και κατάλληλη καθοδήγηση θα αποδείξει την αξία της.