Του Στέφανου Παπαπολυμέρου

Στα 27 με 28 λεπτά το κιλό άρχισαν να κινούνται την εβδομάδα που διανύουμε οι τιμές στην αγορά για το ρύζι και έμπειρα στελέχη της αγοράς αναμένουν σύντομα να ξεπεράσουν τα 30 λεπτά. Γεγονός που γεννά αισιοδοξία για τους παραγωγούς, καθώς την προηγούμενη τριετία οι τιμές κινούνταν κάτω του κόστους παραγωγής, αλλά και για τη διατήρηση της καλλιέργειας, η οποία χάρη στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αποτελεί σημαντικό παράγοντα του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας.

«Συνεχώς κερδίζουν έδαφος οι τιμές» ανέφερε στο «ΑΓΡΟbusiness» ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Α’ Χαλάστρας, Λεωνίδας Κουϊμτζής. «Ξεκίνησαν από 22-23 λεπτά, έπιασαν την προηγούμενη εβδομάδα τα 25-26 λεπτά το κιλό και στη συνέχεια μπορούμε να πούμε ότι άρχισαν να καλπάζουν στα 28 λεπτά. Αισιοδοξούμε πως θα συνεχίσουν ανοδικά, ώστε να καλυφθεί μέρος των απωλειών των προηγούμενων τριών ετών», μας εξήγησε, και συμπλήρωσε πως «το κόστος παραγωγής είναι στα 26 με 27 λεπτά. Προσθέτοντας τις επιβαρύνσεις από τα νέα φορολογικά και ασφαλιστικά δεδομένα, θα πρέπει το ρύζι να πωλείται στα 30 με 32 λεπτά το κιλό προκειμένου να πληρώνονται κανονικά όλοι οι παράγοντες της αγοράς του προϊόντος, δηλαδή οι παραγωγοί και οι βιομηχανίες. Ταυτόχρονα να ενισχύεται και η εθνική οικονομία, καθώς πρόκειται για ένα καθαρά εξαγώγιμο προϊόν».

Καλές τιμές με οδηγό την ποιότητα

Αισιόδοξος εμφανίστηκε και ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισµού Β’ Χαλάστρας Θεσσαλονίκης, Αχιλλέας Καµπούρης, ο οποίος δήλωσε πως υπάρχει ένα ασαφώς καλύτερο επίπεδο τιμών από πέρυσι, ιδιαίτερα για τα μακρύκοκκα ρύζια Japonica και Indica, οι οποίες, ανεπίσημα ακόμη, έχουν φθάσει τα 28 με 29 λεπτά και αναμένεται η επισημοποίησή τους. Οπως εξήγησε, επίσημη τιμή θεωρείται όταν έχει κλείσει η αγορά 2.000 με 3.000 τόνων μέσω ενός συνεταιρισμού και όχι οι τιμές που πωλούν κάποιοι παραγωγοί με μικροποσότητες, επειδή έχουν βρεθεί σε κατάσταση ανάγκης.

Την αισιοδοξία του κ. Καμπούρη ενισχύει και το γεγονός πως κινούνται ανοδικά οι τιμές και στο χρηματιστήριο του ρυζιού στην Ιταλία, που είναι και αυτή μια σημαντική χώρα-παραγωγός του συγκεκριμένου προϊόντος, έτσι είναι πολύ πιθανό οι τιμές να ξεπεράσουν και τα 30 λεπτά.

Επιπλέον, συμπλήρωσε ο κ. Καμπούρης, η ελληνική παραγωγή διακρίνεται σαφώς για την ποιότητά της, καθώς οι παραγωγοί συμμορφώθηκαν µε την οδηγία µη χρήσης του μυκητοκτόνου beam, που χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση της πυρικουλάριας, για την οποία πλέον υπάρχουν άλλα σκευάσματα, αν και όχι τόσο αποτελεσματικά. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν το προϊόν να είναι ποιοτικά ανώτερο από εκείνο τρίτων χωρών και οι εισαγωγείς από το εξωτερικό να το αναζητούν, κυρίως από την Τουρκία.

Μικρές μειώσεις αποδόσεων

Οπως επισήμανε ο κ. Καμπούρης, για να είναι βιώσιμη η ορυζοκαλλιέργεια, η τιμή παραγωγού πρέπει να κινείται στα 30 λεπτά και πάνω. Διαφορετικά, οι παραγωγοί την εγκαταλείπουν και στρέφονται σε άλλες καλλιέργειες, κυρίως σε βαμβάκι και καλαμπόκι. Αυτό θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουν και οι ορυζόμυλοι, τόνισε, προκειμένου να μπορούν να προμηθεύονται άνετα την πρώτη ύλη που θα επεξεργαστούν, διαφορετικά θα αναγκαστούν να αναζητήσουν χαμηλότερης ποιότητας εισαγόμενα προϊόντα.

Ετσι, λόγω των χαμηλών τιμών των προηγούμενων ετών έχει εμφανιστεί φέτος μια μείωση της τάξης του 15%-20% στις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Ενώ, στις αποδόσεις των καλλιεργειών λόγω των καιρικών συνθηκών, κυρίως ζέστης και ανομβρίας, σε συνδυασμό με την έξαρση κάποιων ασθενειών, παρατηρείται μια μείωση της τάξης του 10% για την περιοχή της Χαλάστρας, ενώ για τις υπόλοιπες καλλιεργούμενες εκτάσεις φθάνει έως 20%, ανάλογα την περιοχή και την ποικιλία.

Στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τον κ. Κουϊμτζή, παράγεται το 75% του ρυζιού στην Ελλάδα, με την καλλιεργούμενη έκταση, κυρίως στην περιοχή της Χαλάστρας Θεσσαλονίκης και στην όμορη Ημαθία, να υπολογίζεται σε περισσότερα από 200.000 στρέμματα και την ετήσια παραγωγή να ανέρχεται σε ισάριθμους τόνους, αφού η απόδοση είναι περίπου στα 1.000 κιλά ανά στρέμμα. Επίσης, όπως σημείωσε ο κ. Καμπούρης, το 50% της πανελλήνιας παραγωγής ρυζιού διακινείται μέσω των συνεταιρισμών της Χαλάστρας. Το υπόλοιπο 25% καλύπτεται από τις καλλιεργούμενες εκτάσεις στις Σέρρες, όπου σπέρνονται 15.000 στρέμματα, με χαμηλότερες αποδόσεις, στο Μεσολόγγι και στη Λαμία. Συνολικά στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι καλλιεργούνται 300.000 στρέμματα, με την παραγωγή να διαμορφώνεται σε 257.000 τόνους.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δύο συνεταιριστών, η συνολική παραγωγή αναμένεται περίπου στους 60.000 τόνους μείον, δηλαδή μεταξύ 170.000 με 180.000 τόνους. Πρόκειται όμως για μια ποσότητα που επαρκεί να καλύψει τόσο την αυτάρκεια της εγχώριας αγοράς όσο και τις εξαγωγικές ανάγκες προς τις οποίες κατευθύνεται περίπου το 80% της παραγωγής.