Της Χριστίνας Σουλιώτη

Ένα παλιό πετρόκτιστο τοξωτό γεφύρι, στο βάθος ένας καταρράκτης και ένας νερόμυλος. Η εικόνα παραπέμπει στα θεμέλια της Πίνδου, τα χωριά του Βοίου και για τους λάτρεις της φέτας στον Αγροτικό Κτηνοτροφικό Συνεταιρισμό Βοίου.

Είκοσι δύο κτηνοτρόφοι βόσκουν τα αιγοπρόβατά τους μεταξύ Καστοριάς και Γρεβενών. Κτηνοτρόφοι με οικογενειακή παράδοση, αλλά και νεότεροι που επέλεξαν να ασχοληθούν με ένα επάγγελμα το οποίο έχει προοπτική ένεκα της οικονομικής κρίσης. Η ομάδα του ΑΚΣ Βοίου μπορεί να ακολουθεί πιστά την παράδοση, αλλά επιλέγει και τον εκσυγχρονισμό, διαθέτοντας σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες, με αρμεκτήρια και μαντριά.

Τα τυροκομικά προϊόντα τους, τα οποία κυκλοφορούν με το brand name του Συνεταιρισμού, φέρουν το σήμα κατατεθέν του: το πετρόκτιστο τοξωτό γεφύρι της περιοχής και στο βάθος ο καταρράκτης και ο νερόμυλος.

Στη χλωρίδα της περιοχής αποδίδουν και την ποιότητα του γάλακτος. «Το μικρό χορτάρι με το λουλουδάκι, που τρώνε τα αιγοπρόβατά μας, δίνει εξαιρετικής ποιότητας γάλα» μας ενημερώνει ο διευθυντής του νεοσύστατου Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βοίου Γρηγόρης Τσολόπουλος και διευκρινίζει: «Τα ζώα προέρχονται από καθαρές ελληνικές φυλές και είναι ελευθέρας βοσκής. Αυτοί είναι και οι κυριότεροι λόγοι που κάνουν το γάλα μας να ξεχωρίζει. Το γάλα με το οποίο φτιάχνουμε τη φέτα».

Η ιστορία του ΑΚΣ Βοίου ξεκινάει μόλις το 2005. Η αρχή έγινε από 12 κτηνοτρόφους. Σήμερα απαριθμεί 35 μέλη. Ασχολούνται με την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια των σιτηρών, που πωλούν σε μύλους. Από το 2013 λειτουργούν το δικό τους τυροκομείο στη Νεάπολη Κοζάνης, το οποίο πληροί όλες τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σύγχρονος μηχανολογικός εξοπλισμός, με παστεριωτήρα, κορυφολόγο, τυρολέβητα, τμήμα παστερίωσης κ.λπ. Η δυναμικότητα του τυροκομείου ανέρχεται στους 5.000 τόνους παστερίωσης γάλακτος ανά ώρα.

«Κάθε στάνη διαθέτει παγολεκάνες. Τα βυτία συλλέγουν το γάλα κάθε δύο ημέρες και το μεταφέρουν στο τυροκομείο, όπου αμέσως γίνεται η τυροκόμηση. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται η ποιότητα και η παραγωγή ασφαλών προϊόντων» λέει ο κ. Τσολόπουλος, διευκρινίζοντας ότι «η επεξεργασία γίνεται εντός 48 ωρών».

Η προμήθεια των ζωοτροφών είναι και η μεγάλη δαπάνη για κάθε κτηνοτροφική μονάδα. «Το αντιμετωπίσαμε κατ’ αρχήν μέσω της ένταξής μας στο πρόγραμμα Συμβολαιακής Γεωργίας & Κτηνοτροφίας της Τράπεζας Πειραιώς. Ενα πρόγραμμα που εξυπηρετεί τόσο τον Συνεταιρισμό όσο και τους κτηνοτρόφους. Μας διευκολύνει αφάνταστα» λέει ο διευθυντής του ΑΚΣ Βοίου, συμπληρώνοντας: «Εξυπηρετεί πολύ καλύτερα και τους παραγωγούς. Εχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι θα πάρουν τα χρήματά τους, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται ρευστότητα για την αγορά των εφοδίων τους».

Με στόχο τη μείωση του κόστους προμήθειας των ζωοτροφών, ο Συνεταιρισμός συμμετέχει σε μια νεοσύσταση εταιρεία, με αντικείμενο την προμήθεια ζωοτροφών και λιπασμάτων σε ανταγωνιστικές τιμές για λογαριασμό των γεωργών και των κτηνοτρόφων μελών τους. «Αυτή την περίοδο το πρόβλημα των ζωοτροφών το αντιμετωπίσαμε εδώ στην περιοχή, καθώς έχουμε αύξηση της καλλιέργειας βιολογικού τριφυλλιού. Οπότε είχαμε και μείωση της τιμής των ζωοτροφών, προς όφελος των κτηνοτρόφων» καταλήγει ο διευθυντής του Συνεταιρισμού.

Με ναυαρχίδα τη φέτα

Ο Συνεταιρισμός παράγει μια ευρεία γκάμα τυροκομικών προϊόντων: τη φέτα ΠΟΠ, τον κατσικίσιο μπάτζο ΠΟΠ/ΠΓΕ, το κατσικίσιο τυρί, το καπνιστό τυρί, τη γραβιέρα από αιγοπρόβειο γάλα, τη μυζήθρα και κρεμώδη τυριά. Η συνολική ετήσια παραγωγή τυριών τους κυμαίνεται γύρω στους 80 τόνους.

Ναυαρχίδα τους είναι η φέτα. Πέρυσι, τέτοια εποχή, κέρδισε το αργυρό μετάλλιο από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Στρατηγικού Σχεδιασμού, στο 4ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ελληνικού Γάλακτος και Τυριών.

Τα τυριά του ΑΚΣ Βοίου προωθούνται και πωλούνται σε σούπερ μάρκετ, ντελικατέσεν και άλλα καταστήματα της Δυτικής και της Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ είναι σε επαφές και συζητήσεις για την προώθησή τους και σε άλλες πόλεις της χώρας.

Στα χωριά του Βοίου

Τα χωριά του Βοίου, τα Καστανοχώρια ή Μαστοροχώρια, είναι από τα πιο δασωμένα και πυκνοκατοικημένα βουνά της Ελλάδας. Το πλούσιο οικοσύστημά του περιλαμβάνει πολλά μεικτά δάση, χαμηλή βλάστηση, κάθε είδος άγριας πανίδας που συναντάται στη Βόρεια Ελλάδα. Σε συνδυασμό με το κλίμα της περιοχής, σχηματίζεται ένα ξεχωριστό σύνολο, που δίνει μοναδικά προϊόντα. Το ορεινό του όγκου της περιοχής ευνοεί την άνθηση της κτηνοτροφίας, ενός από τους κυρίαρχους συνδετικούς κρίκους του κοινωνικού ιστού και μάλιστα σε ορεινές και δη απομονωμένες περιοχές. Η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς και παραγωγικούς τομείς της περιοχής. Η αύξηση της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας των ζώων έχει καταστεί εφικτή χάρη στον συνδυασμό της κληρονομικής δομής των φυλών και των συνθηκών του περιβάλλοντος.