Από την Ελένη Διαμαντίδη

Αυθαίρετα κοτέτσια, αυθαίρετοι στάβλοι, αυθαίρετες αποθήκες σε όλη την Ελλάδα: ορεινή, ημιορεινή, καμπίσια, νησιωτική. Η κυβέρνηση με δεύτερο νομοθέτημα μετά το νόμο περί βοσκήσιμων γαιών επιμένει πως δίνει ώθηση στην κτηνοτροφία, αλλά μέχρι στιγμής η αλήθεια είναι μία: Με τον προηγούμενο νόμο είχαν αδειοδοτηθεί περίπου 10-20% των μονάδων, τώρα οι αδειοδοτήσεις έχουν φτάσει περί το 40% των σταβλικών εγκαταστάσεων αλλά οι κτηνοτρόφοι πάλι ταλαιπωρούνται για να πάρουν άδειες.

Χρόνια τώρα οι κυβερνήσεις έχουν προσπαθήσει να εκσυγχρονιστεί η νομοθεσία δίνοντας στους κτηνοτρόφους την ευκαιρία να νομιμοποιήσουν τις μονάδες. Έχει γίνει μια τιτάνια προσπάθεια και από την πλευρά των παραγωγών και από την πλευρά των πολιτικών ηγεσιών και των υπουργείων Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, τα γραφειοκρατικά αγκάθια να κοπούν διότι δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο. Στελέχη από τη ΝΔ, εκτιμούν πως και η ρύθμιση για την αδειοδότηση οικήματος 50 τ.μ. που προβλέπει το νέο νομοθέτημα για τις αυθαίρετες κατασκευές, πάλι δεν θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Διαχρονικά προβλήματα

Οι αλλαγές που συνέβησαν στους οικισμούς από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα έχουν δημιουργήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στους κτηνοτρόφους, που βρέθηκαν να συναγωνίζονται τους πάντες: τουρίστες, οικιστές, επιχειρηματίες και κατέληξαν να είναι σε μόνιμη σύγκρουση με τα δασαρχεία. Αλλά στελέχη από την κτηνοτροφικό χώρο θεωρούν πως η κυβέρνηση ματαιοπονεί αν νομίζει πως με 300 ευρώ παράβολο, θα πάνε οι κτηνοτρόφοι σε δύσκολες εποχές να νομιμοποιήσουν το στάβλο, όχι γιατί δεν θέλουν αλλά γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν να πληρώσουν. Τα παραπάνω δήλωσε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο και ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), Γιώργος Διδάγγελος μιλώντας ως καλεσμένος στο νομοσχέδιο για τα αυθαίρετα. Επεσήμανε πως η πλειοψηφία των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων στη χώρα μας δεν έχει αδειοδοτηθεί, οι κτηνοτρόφοι είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και το τίμημα πρέπει να είναι συμβολικό.

«Παρά τις όποιες καλές προθέσεις, όταν πας να πάρεις άδεια, διαπιστώνεις πως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι κτηνοτρόφοι αισθανόμαστε πως είμαστε υπό διωγμόν», μας έλεγε κτηνοτρόφος από την Άρτα. Ο ελληνικός στάβλος έχει τα προβλήματά του, οι άνθρωποι διαμαρτύρονται για τις οσμές, πολλές περιοχές έχουν γίνει πια τουριστικά θέρετρα, χρειάζεται οι μονάδες να είναι μακριά από αρχαιολογικούς θησαυρούς – που παντού υπάρχουν – και οι κτηνοτρόφοι μοιάζουν να είναι ξένοι μέσα στην πόλη και εξόριστοι στην εκμετάλλευσή τους.

«Υπάρχουν δυσκολίες με το χωροταξικό, αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι δασικοί χάρτες και η Ελλάδα έχει αλλάξει πολύ από τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Οι πόλεις μεγάλωσαν, οι στάβλοι αναγκάστηκαν να μεταφερθούν στις παρυφές, όπου υπήρχε βλάστηση και οργανωμένο σχέδιο δεν υπήρξε. Δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος γιατί οι άνθρωποι που δεν είχαν χρήματα δεν έφτιαχναν καλούς στάβλους κι επειδή δεν έφτιαχναν καλούς στάβλους δεν αδειοδοτούνταν κι επειδή δεν αδειοδοτούνταν, δεν μπορούσαν να μπουν σε προγράμματα εκσυγχρονισμού των εκμεταλλεύσεών τους», εξηγεί ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Σεβαστάκης.
«Ο ελληνικός στάβλος έχει πίσω του ιστορία και δεν είναι παντού ίδιος. Άλλους τύπους στάβλων συναντάμε στην Κρήτη, άλλους στην Ήπειρο», εξηγεί ο κ.Σεβαστάκης.

«Να μειωθεί η γραφειοκρατία»
Απομεινάρια άλλων εποχών, παραδοσιακοί στάβλοι έχουν ξεμείνει και οι κτηνοτροφικές μονάδες που φτιάχτηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες έχουν προβλήματα, διότι χρειαζόταν ολόκληρη… ντουζίνα νομιμοποιητικών εγγράφων, καθώς υπήρξαν αλλαγές χρήσεις γης.
«Υπάρχει η αναγκαιότητα οι κτηνοτρόφοι να πάνε να νομιμοποιήσουν την εκμετάλλευσή τους», λέει από τη ΝΔ, ο αναπληρωτής τομεάρχης Αγροτικού, Γιώργος Στύλιος. «Είναι υποχρέωση του κράτους να μειώσει τη γραφειοκρατία και να λύσει το ζήτημα της νομιμοποίησης των σταβλικών εγκαταστάσεων. Οι κτηνοτρόφοι και οι γεωργοί θέλουν να είναι νόμιμοι και συνεπείς απέναντι στην ελληνική πολιτεία. Ζητούν να τους δοθεί η δυνατότητα να μπορούν να συμμετάσχουν σε σχέδια βελτίωσης, να ενταχθούν σε προγράμματα αλλά δεν μπορούν να προχωρήσουν, διότι δεν έχουν αδειοδότηση των μονάδων. Συνεπώς η πολιτεία οφείλει να δώσει λύση στο πρόβλημα το αναπτυξιακό, να φροντίσει για την οικιστική ανάπτυξη και να συμβάλλει και στην προστασία του περιβάλλοντος. Δυστυχώς, οι παραγωγοί πολλές φορές νιώθουν να παλεύουν μόνοι τους απέναντι στη διαδαλώδη νομοθεσία και στη γραφειοκρατία όπου για άλλη μια φορά η κυβέρνηση αντί να λύσει το πρόβλημα, προσπαθεί να εισπράξει χρήματα».