Των ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΥΓΟΥΛΑ*/ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΟΥΤΡΟΥ –ΑΥΓΟΥΛΑ**

Η χώρα μας, γη με πλούσιο εδαφικό ανάγλυφο και πολλά μικροκλίματα, αποτελεί ιδανικό τόπο για την παραγωγή πλήθους οπωροκηπευτικών. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός επομένως η καλλιέργεια των οπωροκηπευτικών να απαντάται εξαυτού του λόγου, σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας και η παραγόμενη ποικιλία προϊόντων να είναι εξαιρετικά μεγάλη, μεγαλύτερη από όλες τις χώρες  της Ε.Ε.

Οι ιδανικές κλιματολογικές συνθήκες της πατρίδας μας (άφθονη ηλιοφάνεια, ήπιες θερμοκρασίες) προικίζουν επιπλέον τα ελληνικά οπωροκηπευτικά με απαράμιλλη ποιότητα και γι’ αυτό ζητούνται κατά κόρον από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού.

Για τους παραπάνω συγκεκριμένους λόγους, ο τομέας των οπωροκηπευτικών αποτελεί για την ελληνική γεωργία έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους του αγροτικού της τομέα σε σχέση με:

  •  την αξία
  •  τον όγκο παραγωγής
  •  την εμπορία, το απασχολούμενο ανθρώπινο δυναμικό(επιστημονικό και εργατικό)
  •  το ύψος και την αξία των εξαγωγών και
  •  τη κάλυψη μεγάλου μέρους των εγχώριων αναγκών σε αντίστοιχα προϊόντα.

Το τελευταίο έχει μεγάλα περιθώρια αύξησης και βελτίωσης, αφού αποτελεί σχήμα οξύμωρο και προφανή αδυναμία να εισάγουμε τομάτες, πατάτες, λεμόνια, μπρόκολα, σαλάτες, πιπεριές, μήλα κ.ά., από χώρες  με φυσικές κλιματολογικές αδυναμίες, σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, αφού οι τιμές των ελληνικών αγροτικών προϊόντων διαχρονικά εξακολουθούν να είναι μη ανταγωνιστικές.

Το ίδιο συμβαίνει και με σημαντικούς κλάδους της ζωϊκής παραγωγής (βόειο και χοίρειο κρέας, αγελαδινό γάλα, τυριά) αποτελεί όμως αυτό αντικείμενο άλλου σημειώματος, αφού άλλοι είναι οι λόγοι και άλλα τα εργαλεία πιθανής θεραπευτικής αγωγής.

Παραγωγή και εξαγωγές

Τα οπωροκηπευτικά στη χώρα μας :

  • καταλαμβάνουν περίπου το 30% των καλλιεργούμενων εκτάσεων και το 40% των αρδευόμενων,
  • αποτελούν περίπου το 1/3 της ακαθάριστης αξίας της φυτικής παραγωγής,
  • είναι τα προϊόντα που συμβάλλουν τα μέγιστα στη διαμόρφωση του εμπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων, με την αξία των εξαγωγών τους να αντιστοιχεί στο 1/3 και πλέον της συνολικής αξίας των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων.

Η ελληνική παραγωγή οπωροκηπευτικών ανέρχεται ετησίως στους 8 εκατ. τόνους, μοιρασμένη σχεδόν ισόποσα μεταξύ φρούτων και λαχανικών. Από τα λαχανικά, το πιο σημαντικό είναι η τομάτα (40% της παραγωγής λαχανικών) και ακολουθούν η πατάτα(28%), τα αγγούρια, οι πιπεριές, τα κρεμμύδια, τα φασολάκια, οι σαλάτες, τα σπαράγγια κ.ά.

Από τα φρούτα, η πιο σημαντική ομάδα προϊόντων είναι τα εσπεριδοειδή (30%), τα ροδάκινα-νεκταρίνια (24%), τα καρπούζια (16%), τα επιτραπέζια σταφύλια (10%), τα μήλα (8%), τα αχλάδια,τα ρόδια, τα σύκα κ.ά.

Τα προβλήματα

Τα  οπωροκηπευτικά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην προώθησή τους στις αγορές του εσωτερικού και του εξωτερικού, γεγονός που στο παρελθόν επιβεβαιωνόταν κάθε χρόνο με την αξιοποίηση της κοινοτικής παρεμβατικής πολιτικής των αποσύρσεων. (σήμερα η απόσυρση έχει καταργηθεί).

Τα χαρακτηριστικά της εσωτερικής αγοράς δεν συμβαδίζουν με τις εξελίξεις του διεθνούς εμπορίου και επηρεάζουν έτσι άμεσα τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής οπωροκηπευτικών, με δυσμενείς επιπτώσεις στην προσπάθεια οργάνωσης του τομέα.

Σημαντικά προβλήματα που εδώ και δεκαετίες δεν έχουν βρει  τη λύση τους είναι το υψηλό κόστος παραγωγής και η μεγάλη διαφορά τιμών μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή, η μεγαλύτερη στην Ε.Ε.

Ενα μικρό ποσοστό, 20% της παραγωγής οπωροκηπευτικών που διατίθενται στην εσωτερική αγορά, διακινείται μέσα από τις δύο κεντρικές λαχαναγορές, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το 30% της συνολικής παραγωγής διατίθεται απευθείας από τις μεγάλες αλυσίδες των καταστημάτων τροφίμων, ενώ το υπόλοιπο 50% διατίθεται από τους παραγωγούς (κυρίως στις λαϊκές αγορές), χωρίς τυποποίηση, σε τιμές και συνθήκες ακατάλληλες, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία των καταναλωτών να έχουν διαμορφωμένα κριτήρια επιλογής.

Η έλλειψη της τυποποίησης σε σημαντικό ποσοστό της παραγωγής αποτελεί τον κυριότερο λόγο παρεμπόδισης της οργάνωσης των παραγωγών και επικράτησης συνθηκών αδιαφάνειας κατά τη διαμόρφωση των τιμών, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους έλλειψης ή πλεονασματικής παραγωγής.

Προτάσεις ενίσχυσης

Αποτελεί εθνική ανάγκη να αυξηθεί η παραγωγή οπωροκηπευτικών στη χώρα μας, για να μειωθούν οι εισαγωγές ομοειδών προϊόντων από χώρες της Ε.Ε., αλλά και από τρίτες χώρες και να αυξηθούν οι εξαγωγές. Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας μας είναι ιδανικές, υπάρχει όμως σημαντική, χρόνια υστέρηση σε όλα τα άλλα, υστέρηση που είναι απαραίτητο να θεραπευτεί. Γι’ αυτό:

  • Πρέπει να ενδυναμωθεί η προσπάθεια δημιουργίας ομάδων παραγωγών, που να μην ασχολούνται όπως στο παρελθόν, αποκλειστικά και μόνο με την παραγωγή. Η δραστηριότητά τους πρέπει να επεκτείνεται, ανάλογα με τον προϊόν, στη μεταποίηση, τυποποίηση και εμπορία του προϊόντος.
  • Χρειάζεται να αξιοποιηθούν σε μέγιστο βαθμό οι σύγχρονες μέθοδοι εμπορίας και η χρησιμοποίηση των σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων.
  • Οι ομάδες παραγωγών πρέπει να διαθέτουν το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό (γεωπόνους, οικονομολόγους κ.ά.)για την καλύτερη προώθηση των στόχων τους.
  • Ενταξη των καλλιεργειών σε προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης της παραγωγής και (σε μικρότερο βαθμό) βιολογικής γεωργίας. Είναι απαραίτητη επίσης για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και για την ασφάλεια των τροφίμων, η τήρηση αρχών ιχνηλασιμότητας HACCP και ISO κ.ο.κ.
  • Στήριξη των μεμονωμένων αγροτών αλλά και των ομάδων παραγωγών για σύγχρονες επενδύσεις (θερμοκηπιακές καλλιέργειες κυρίως) με στόχο την αύξηση της παραγωγής ανά στρέμμα και την παραγωγή κηπευτικών εκτός εποχής.
  • Εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων τεχνικής καλλιέργειας των οπωροκηπευτικών, όπως π.χ. υδροπονική καλλιέργεια, πυκνές φυτεύσεις, μηχανικοί τρόποι συγκομιδής κ.ά.
  • Επανακοστολόγηση (από το κράτος) της αξίας των φυτοπροστατευτικών ουσιών και των λιπασμάτων, με στόχους τη μείωση της τιμής τους. Είναι ανάγκη οι τιμές των εισροών να είναι ανάλογες με τις τιμές στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
  • Μείωση της τιμής του πετρελαίου και των λιπαντικών που προορίζονται για γεωργική χρήση.
  • Ενίσχυση της ρευστότητας στον αγροτικό χώρο. Οι τράπεζες καλούνται να στηρίξουν τον γεωργικό τομέα με χαμηλότοκα καλλιεργητικά δάνεια.
  • Μείωση των εισφορών στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Χαμηλές εισφορές με ανάλογη ανταποδοτικότητα (χαμηλές συντάξεις) και υψηλότερες εισφορές για όσους επιθυμούν μεγαλύτερη σύνταξη.
  • Οι αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ πρέπει να καταβάλονται γρήγορα, ώστε το δίκτυο προστασίας σε περίπτωση φυσικών καταστροφών να είναι αποτελεσματικό.
  • Καταβολή των όποιων επιδοτήσεων (άμεσες ενισχύσεις, συνδεδεμένη ενίσχυση, εξισωτική αποζημίωση κ.ά.) χωρίς καμία καθυστέρηση.
  • Αξιοποίηση και του τελευταίου ευρώ του προϋπολογισμού που προβλέπεται κάθε χρόνο για τη στήριξη των νησιών του Αιγαίου (Καν.ΕΚ. 2019/93), με στόχο την αύξηση της παραγωγής τοπικών παροδοσιακών οπωροκηπευτικών, τα οποία θα συμβάλλουν στη μείωση των εισαγωγών ομοειδών προϊόντων.
  • Εκμετάλλευση του πλεονεκτήματος του πλούσιου γενετικού υλικού που διαθέτει η χώρα μας, κυρίως στον τομέα των «τοπικών» ποικιλιών κηπευτικών.
  • Ενθάρρυνση συνυπογραφής διεπαγγελματικών συμφωνιών με τους υπόλοιπους επαγγελματικούς φορείς του τομέα.

Ξενοδοχεία και ντόπιοι καλλιεργητές

Πρέπει να ενταθεί η προσπάθεια διασύνδεσης των ξενοδοχειακών μονάδων των τουριστικών περιοχών της χώρας με τους ντόπιους καλλιεργητές για την κατανάλωση τοπικών παραδοσιακών προϊόντων από τους πελάτες των ξενοδοχείων.

Η διασύνδεση αυτή θα προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα και στις δύο πλευρές (διατροφή υψηλού επιπέδου των πελατών των ξενοδοχειακών μονάδων και ευχερής διάθεση σε καλές τιμές των προϊόντων που παράγονται στην περιοχή) και θα συμβάλλει εν τέλει στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής οπωροκηπευτικών.

Συνεργασία των εμπλεκομένων υπηρεσιών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με σκοπό την απρόσκοπτη και συντονισμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, για την ανάπτυξη του τομέα, την απορόφηση των κοινοτικών πόρων που δικαιούται η χώρα μας και τη νομική ασφάλεια της λειτουργίας των ομάδων παραγωγών.

Παράλληλες και αλληλοσυμπληρούμενες δράσεις υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και υπουργείου Οικονομικών (τομέας Εμπορίου) για τη μείωση της διαφοράς μεταξύ τιμής παραγωγού και τιμής καταναλωτή.

Είναι καιρός να σηκώσουμε τα μανίκια. Διαφορετικά η αξία της πρωτογενούς παραγωγής στη χώρα μας θα μειώνεται συνεχώς, οι εισαγωγές γεωργικών προϊόντων θα αυξάνονται και η ελληνική γεωργία θα καταρρεύσει.

Διαχρονική είναι η πρόκληση για την αύξηση του όγκου παραγωγής σημαντικών οπωροκηπευτικών και η αντίστοιχη ισόποση μείωση του όγκου των εισαγωγών. Αυτό θα αυξήσει την ακαθάριστη αξία της γεωργικής παραγωγής, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα υποστηρίξει πιο δυνατά την παραπέρα ανάπτυξη του αγροδιατροφικού τομέα στην πατρίδα μας.

*ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Γ.Π.Α.**ΓΕΩΠΟΝΟΣ-ΓΕΩΡΓΟΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ