Toυ Μανώλη Συντυχάκη, βουλευτής ΚΚΕ

Ο πρωτογενής τομέας της Κρήτης χαρακτηρίζεται βασικά από μικρό και πολυτεμαχισμένο κλήρο και καλύπτει το 9,53% της αξίας των παραγόμενων αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων πανελλαδικά.

Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες, ως βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Κρήτης, ευνοούν εκτός από τις παραδοσιακές καλλιέργειες (ελιά, αμπελουργικά, κτηνοτροφικά, εσπεριδοειδή) και σύγχρονες εντατικές θερμοκηπιακές καλλιέργειες (ντομάτας, αγγουριού, μελιτζάνας κ.λπ.), που αποτελούν σήμερα το 50% των θερμοκηπίων πανελλαδικά, στα οποία δραστηριοποιούνται κυρίως μεγαλοαγρότες καπιταλιστές με γενικευμένη χρήση μισθωτής εργασίας.

Το βασικό ερώτημα είναι, ποιος δρόμος ανάπτυξης μπορεί να είναι ωφέλιμος για τους μικρομεσαίους αγρότες, για να αυξήσει την παραγωγικότητα φθηνών και υγιεινών προϊόντων, καλύπτοντας επαρκώς τις διατροφικές ανάγκες του λαού μας και παράλληλα τις εξαγωγές στη βάση ισότιμων και επωφελών κρατικών εμπορικών σχέσεων με άλλες χώρες;

Ο ένας δρόμος είναι η περαιτέρω καπιταλιστική ανάπτυξη της αγροτικής-κτηνοτροφικής παραγωγής.

Αυτός που υλοποιείται σήμερα απ’ όλες τις κυβερνήσεις και τα κόμματα του ευρωμονόδρομου, με βάση τις κατευθύνσεις της ΚΑΠ 2015- 2020 για τη λεγόμενη «οικονομική μεγέθυνση», και αντικειμενικά επιταχύνει το βίαιο ξεκλήρισμα των φτωχών αγροτών, τη συγκέντρωση του διάσπαρτου και μικρού κλήρου, της παραγωγής και εμπορίας στις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό για την κερδοφορία των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων και την καταστροφή του περιβάλλοντος.

Πρόκειται για επίθεση χωρίς τέλος, που ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν με το ξεπάτωμα αμπελώνων, τις ποσοστώσεις, τη σταδιακή αποσύνδεση της παραγωγής από τις επιδοτήσεις, τις αθρόες εισαγωγές κηπευτικών από τρίτες χώρες (ντομάτα Μαρόκου, Τυνησίας) που εκτοπίζουν τα εγχώρια, τις εξευτελιστικές τιμές στα οινοποιήσιμα σταφύλια (από 18 έως 20 λεπτά το κιλό) και τη συγκέντρωση της οινοποίησης σε λίγα ιδιωτικά οινοποιεία, το υψηλό κόστος παραγωγής, τον νόμο για τους «νέους συνεταιρισμούς» που τους μετατρέπει σε αποκλειστικό «φέουδο» των μεγαλοαγροτών, υποταγμένους στις αλυσίδες εμπορίας και κατανάλωσης, στο εμπορικό, βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο, αφού κάποιους τούς χρεοκόπησαν (π.χ. Ενωση Πεζών Ηρακλείου).

Σήμερα εντείνεται η επίθεση, με τον διαχωρισμό αγροτών σε «κατά κύριο επάγγελμα» και μη, την άγρια φορολογία σε εισόδημα, κατοικία, χωράφι και στάνες με τον ΕΝΦΙΑ, τον αποχαρακτηρισμό των βοσκοτόπων, την αύξηση του ΦΠΑ, τα χαράτσια στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τον τριπλασιασμό των εισφορών για τον ΟΓΑ. Οπως και με τη θέσπιση της Κάρτας του Αγρότη και τη συμβολαιακή γεωργία που εξυπηρετούν την κερδοφορία του τραπεζικού κεφαλαίου.

Την πλειονότητα των άμεσων ενισχύσεων, επενδυτικών σχεδίων βελτίωσης, το 1,5 δισ. ευρώ από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2014 – 2020, με πρόσχημα τη στήριξη των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων και του νέου αγρότη, θα το καρπωθούν κατά βάση μια χούφτα μεγαλοαγρότες που έχουν τη δυνατότητα καθετοποίησης, πρόσβασης στην αγορά μέσω της ανάπτυξης αλυσίδων εφοδιασμού ή σύναψης συμφωνιών με βιομηχανίες τροφίμων, εμπορικά κέντρα και αλυσίδες σούπερ μάρκετ που απορροφούν χωρίς μεσάζοντες την παραγωγή τους. Στην ίδια λογική εντάσσονται και τα μέτρα για την ενίσχυση του δεύτερου πυλώνα της ΚΑΠ (επιχειρήσεις, αγροτουρισμός, «πράσινη» γεωργία κ.ά.).

Αντίθετα, ουσιαστικά, δεν χρηματοδοτούνται έργα εκσυγχρονισμού των μικρομεσαίων αγροκτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, των αυτοαπασχολούμενων στον τουρισμό, των δικτύων ύδρευσης και άρδευσης, ούτε έργα αντιπλημμυρικής – αντιπυρικής προστασίας.

Η ανάπτυξη της επιχειρηματικής γεωργίας με εξαγώγιμα προϊόντα (λάδι, κρασί, κηπευτικά), σε συνδυασμό με τον αγροδιατροφικό τομέα και τον τουρισμό, πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα των γενικότερων σχεδίων μετατροπής του νησιού -λόγω γεωστρατηγικής θέσης- σε διεθνή διαμετακομιστικό κόμβο εμπορίου (logistics, αγροδιατροφικά clusters), ενέργειας (ανάπτυξη ΑΠΕ, εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο Λιβυκό Πέλαγος), μεταφορών (αεροδρόμιο Καστελίου) και καινοτομίας (δράσεις μέσω ΙΤΕ και Πολυτεχνείου Κρήτης).

Πάνω σ’ αυτή τη στρατηγική, εγχώριο και ξένο κεφάλαιο σχεδιάζουν τις επενδύσεις τους, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., όπως και τις προηγούμενες Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, να τους παρέχει φοροαπαλλαγές, κίνητρα, ζεστό κρατικό χρήμα μέσω τον αναπτυξιακών νόμων, το νέο πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις που ανοίγει τον δρόμο για έργα με ΣΔΙΤ και συμβάσεις παραχώρησης για τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, τη στήριξή τους μέσω των συνεταιριστικών τραπεζών σε Χανιά και Ηράκλειο, οι οποίες συγκεντρώνουν κεφάλαια, εκτός από τον τουρισμό, στον κλάδο των τροφίμων – ποτών και στο εμπόριο (λιανικό, χονδρικό – εξαγωγή αγροτικών προϊόντων).

Αντίθετα, ο άλλος δρόμος που προτείνει το ΚΚΕ για την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, της Κρήτης εν προκειμένω, και τη σύνδεσή της με την ανάπτυξη των άλλων κλάδων της οικονομίας, είναι ενταγμένος στον πανεθνικό σχεδιασμό της οικονομίας, με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των ολοένα διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών. Δουλειά με πλήρη δικαιώματα, προστασία της εγχώριας παραγωγής με κατώτατες εγγυημένες τιμές και εισόδημα, κάλυψη διατροφικών αναγκών της χώρας με ποιοτικά και φθηνά προϊόντα και για εξαγωγές, φθηνό ρεύμα, πετρέλαιο, νερό, μεταφορές, το δικαίωμα σε Παιδεία, Υγεία, πολιτισμό, αθλητισμό, αναψυχή των λαϊκών στρωμάτων κ.ά.

Μόνο η κοινωνικοποιημένη αγροτική παραγωγή μπορεί να αξιοποιήσει όλες τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες, τα εδαφοκλιματικά πλεονεκτήματα, την τεχνογνωσία και την επιστήμη. Να σχεδιάσει τη βιομηχανική παραγωγή, την επεξεργασία πρώτων υλών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαχείριση των φυσικών πόρων.

Προϋπόθεση είναι η αφαίρεση των «κλειδιών» της οικονομίας από τα μονοπώλια, το κεφάλαιο, η κοινωνικοποίηση των βασικών συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, η ένταξη των μικρών αγροτοπαραγωγών στη μεγάλη κοινωνικοποιημένη παραγωγή μέσω των παραγωγικών συνεταιρισμών.

Αυτός ο νέος τρόπος παραγωγής απαιτεί σήμερα την αναγέννηση του αγροτικού κινήματος, τη συμπόρευσή του με το εργατικό, ευρύτερα λαϊκό, σε αντικαπιταλιστική – αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, την αλλαγή των συσχετισμών υπέρ της εργατικής τάξης σε κοινωνικό επίπεδο και σε πολιτικό επίπεδο υπέρ του ΚΚΕ. Είναι ο δρόμος της λαϊκής συμμαχίας, που προετοιμάζει το έδαφος για να λυθεί το ζήτημα της εξουσίας και σε φιλολαϊκή κατεύθυνση η έξοδος από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, Ε.Ε., ΝΑΤΟ κ.λπ.

Το ΚΚΕ σήμερα στηρίζει τους αγώνες για την ανάκτηση των απωλειών που έχουν υποστεί οι αγρότες, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, στηρίζει τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις, τα μπλόκα της αγροτιάς, τις απεργιακές μάχες των εργατών. Σ’ αυτούς τους αγώνες πρωτοστατούν τα μέλη και τα στελέχη του. Εχει καταθέσει στη Βουλή προτάσεις νόμου για την ανακούφιση του λαού, τις οποίες επανειλημμένως απορρίπτουν τα αστικά κόμματα του ευρωμονόδρομου.

Κανένας κοινωνικός αυτοματισμός, όπως επιχειρήθηκε πρόσφατα με την απεργία των ναυτεργατών από κυβέρνηση – εφοπλιστές – μεγαλοεξαγωγείς – Περιφέρεια Κρήτης – ξεπουλημένους αγροτοσυνδικαλιστές, δεν μπορεί να σταθεί ικανός μπροστά στην αναγκαία συμμαχία εργατών, φτωχών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων ενάντια στον κοινό εχθρό, για να φύγουν από τη μέση τα παράσιτα της κοινωνίας, οι καπιταλιστές, και να πάρουν την εξουσία εκείνοι που παράγουν τον πλούτο και δικαιούνται να τον απολαμβάνουν.