Του Πάνου Ευαγγέλου

Τα τελευταία χρόνια, πολλές είναι οι νέες καλλιέργειες που απασχόλησαν και απασχολούν αρκετούς νέους αγρότες, οι οποίοι έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους σε προϊόντα που εγγυώνται μεγάλα εισοδήματα, υπό προϋποθέσεις.

Αυτό που όλοι επισημαίνουν είναι ότι οι προϋποθέσεις αυτές (κλίμα, κόστος παραγωγής, αποδόσεις, διάθεση, τιμές) δεν είναι σταθερές για όλες τις περιοχές, γεγονός που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Υπάρχουν περιπτώσεις που πολλοί παραγωγοί, αν και ξεκίνησαν με ενθουσιασμό, τελικά ενεπλάκησαν σε αρνητικές καταστάσεις, με καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Παρά τα όσα ακούγονται, κανείς δεν μπορεί να αναμένει κέρδη 5.000 ή 10.000 ευρώ ανά στρέμμα. Αυτά τα ποσά δεν υπάρχουν. Τα κέρδη, εάν αφαιρεθούν τα έξοδα, δύσκολα ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ σε ειδικές περιπτώσεις. Και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους, για να μην πέφτουν στην «παγίδα» των δήθεν ειδικών. Ο παραγωγός, εκτός από τα καλλιεργητικά έξοδα, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του το κόστος εγκατάστασης, δηλαδή:

  • Ενοικίαση ή αγορά γης
  • Περίφραξη
  • Εγκατάσταση αρδευτικού συστήματος
  • Υποστυλώσεις
  • Αγορά καλλιεργητικών και συλλεκτικών μηχανημάτων
  • Ξηραντικές εγκαταστάσεις.

Ποιες καλλιέργειες έχουν μέλλον και τι πρέπει να προσδοκά κάποιος από αυτές

Ιπποφαές

Γιατί ξεχωρίζει: Η διατροφική του αξία: 30 φορές περισσότερη βιταμίνη C από το πορτοκάλι.

Η ιστορία του: Το ιπποφαές οφείλει το όνομά του στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που παρατήρησαν ότι τα άρρωστα άλογα που έτρωγαν τα φύλλα και τους καρπούς του φυτού ανάρρωναν γρηγορότερα και αποκτούσαν περισσότερη δύναμη, ενώ το τρίχωμά τους δυνάμωνε και γινόταν πιο λαμπερό. Το ονόμασαν ιπποφαές, που στα νέα ελληνικά σημαίνει «φωτεινό, λαμπερό άλογο».

Τα χαρακτηριστικά του: Πρόκειται για έναν ανθεκτικό, φυλλοβόλο θάμνο, ύψους 2-4 μ., που προτιμά εδάφη με Ph 5,5-8,3. Ο καρπός του, επειδή είναι όξινος και ελαιώδης στη γεύση, χρησιμοποιείται είτε ως αποξηραμένος είτε για την παρασκευή χυμών, που περιέχουν μέχρι και τριάντα φορές περισσότερη βιταμίνη C από το πορτοκάλι. Επίσης, έχει τέσσερις φορές περισσότερη βιταμίνη Α συγκριτικά με το καρότο και περισσότερη βιταμίνη Ε από όση η σόγια και τα σιτηρά. Οι σπόροι και η σάρκα του παράγουν δύο είδη αιθέριων ελαίων με φαρμακευτική αξία, καθώς έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (Ω3, Ω6, Ω9). Οι Κινέζοι και οι Ρώσοι το έχουν εντάξει στην επίσημη φαρμακολογία τους.

Πού πλεονεκτεί ως καλλιέργεια: Αντέχει από τους -43° Κελσίου έως και τους 40° Κελσίου, ενώ δεν απαιτεί ιδιαίτερη καλλιεργητική φροντίδα. Εχει κατά μέσο όρο απόδοση 6-7 κιλά καρπό ανά δένδρο, κάτι που σημαίνει ότι, φυτεύοντας κάποιος 150 θηλυκά δένδρα ανά στρέμμα, παίρνει 900-1.000 κιλά κατά μέσο όρο τον χρόνο. Με τιμή παραγωγού 3 ευρώ/κιλό, προκύπτουν ακαθάριστα έσοδα 3.000-3.500 ευρώ τον χρόνο και, αφαιρώντας τα έξοδα, απομένουν 2.000 ευρώ καθαρό εισόδημα.

Πού μειονεκτεί: Παρουσιάζεται δυσκολία στη συλλογή των καρπών. Η συγκομιδή γίνεται συνήθως με το χέρι, κάτι που σημαίνει ότι από πλευράς κόστους έχει αρκετά εργατικά. Υπάρχουν ωστόσο δύο τρόποι γρήγορης συγκομιδής: είτε με μηχάνημα δόνησης είτε με μηχάνημα που λειτουργεί σαν ηλεκτρική σκούπα και απορροφά τους καρπούς.

Μπλούμπερι

Γιατί ξεχωρίζει: Θεωρείται ένα από τα πιο αντιοξειδωτικά φρούτα.

Η ιστορία του: Στην Ευρώπη ήταν ευρύτατα γνωστό. Στην Ελλάδα άρχισε να καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια.

Τα χαρακτηριστικά του: Το ύψος του φτάνει τα 1,50-1,80 μ., ενώ αναπτύσσεται σε περιοχές με μεγάλη ηλιοφάνεια, σε εδάφη με πολύ χαμηλό pΗ (4,8-5,2) και φυτεύεται στα τέλη του χειμώνα και την άνοιξη. Ο καρπός του έχει μπλε χρώμα και χρησιμοποιείται μεταξύ των άλλων για την παρασκευή μαρμελάδας, ενώ μπορεί να διατεθεί και αποξηραμένος.

Κάθε δέντρο δίνει παραγωγή από την πρώτη κιόλας χρονιά, ενώ μετά το τρίτο έτος αρχίζει να δίνει 3-4 κιλά το δένδρο και σε πλήρη παραγωγή φτάνει τα 5 κιλά. Ανά στρέμμα φυτεύονται γύρω στα 200 δενδρύλλια και προκύπτει απόδοση γύρω στα 1.000 κιλά, πράγμα που σημαίνει ότι με τιμή 5 ευρώ/κιλό κατά μέσο όρο το καθαρό εισόδημα ανέρχεται στα 2.500 ευρώ/στρέμμα. Η τιμή ωστόσο επηρεάζεται από τις εισαγωγές.

Πού πλεονεκτεί: Ανάμεσα σε 38 είδη διαφορετικών φρούτων και λαχανικών που αναλύθηκαν, το μπλούμπερι αποδείχτηκε ότι έχει μεγάλη αντιοξειδωτική δράση και κατέχει τη δεύτερη θέση μετά το ιπποφαές. Οι καρποί του είναι πλούσιοι σε φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά, ενώ διακρίνονται για τις αντισηπτικές, αντιδιαρροϊκές και αντιαιμορραγικές ιδιότητές τους. Το φυτό είναι ανθεκτικό στο ψύχος και μπορεί να επιζήσει σε θερμοκρασίες -28° C ή και χαμηλότερες.

Πού μειονεκτεί: Για τη σωστή ανάπτυξή του χρειάζεται περιοχές με μεγάλη ηλιοφάνεια, όξινο έδαφος, ενώ απαιτείται προσοχή στην επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας. Διαφορετικά είδη ευδοκιμούν στη Βόρεια Ελλάδα και διαφορετικά στη νότια. Η καλλιέργεια του μύρτιλλου απαιτεί ιδιαίτερη προεργασία του εδάφους πριν από το φύτεμα. Τόσο για την καλλιέργεια όσο και για τη συλλογή του καρπού απαιτούνται πολλά εργατικά.

Ρόδι – superfood

Γιατί ξεχωρίζει: Πλούσιο σε βιταμίνες με αντικαρκινική δράση.

Ιστορία: Θεωρείται σύμβολο καλοτυχίας, ευγονίας και αφθονίας. Στις θεραπευτικές ιδιότητές του και στη θρεπτική αξία του αναφέρονται αρχαίοι ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Ομηρος, ο Θεόφραστος και ο Πλίνιος.

Τα χαρακτηριστικά του: Η ροδιά είναι ανθεκτικό, φυλλοβόλο δένδρο και μπορεί να φτάσει σε ύψος μέχρι τα 3-4 μ. Οι κόκκινοι, χυμώδεις καρποί της ροδιάς έχουν λίγες θερμίδες (68/100 γραμμάρια) και είναι εξαιρετικά πλούσιοι σε σάκχαρα, βιταμίνες A, B, C, καθώς και σε μέταλλα, όπως κάλιο και πολυφαινόλες. Το ρόδι έχει αντιοξειδωτική και αντικαρκινική δράση.

Πού πλεονεκτεί: Τα έσοδα μπορούν να φτάσουν έως και τα 1.200 ευρώ. Οι αποδόσεις ανά στρέμμα κυμαίνονται μεταξύ 2,5-3 τόνων εμπορεύσιμο ρόδι (στην πλήρη παραγωγή της ροδιάς), ενώ το κόστος εγκατάστασης ανά στρέμμα ανέρχεται σε περίπου 540 ευρώ. Η ροδιά προσαρμόζεται εύκολα στο μεσογειακό κλίμα.

Πού μειονεκτεί: Εχει σχετική αντοχή στην ξηρασία και στη χρήση ακόμα και υφάλμυρου νερού, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ξηρική καλλιέργεια. Εχει ανάγκη από νερό από την άνθηση έως και τη συγκομιδή, ενώ για καλές αποδόσεις συνιστώνται περιοχές χωρίς κρύους ανέμους και ομίχλες, όπως οι ζώνες καλλιέργειας της ελιάς.

Φραγκόσυκο

Γιατί ξεχωρίζει: Χρησιμοποιείται ακόμη και για την παρασκευή τεκίλας.

Η ιστορία του: Είναι φυτό που ήρθε στην Ευρώπη από το Μεξικό χάρη στους Ισπανούς θαλασσοπόρους.

Τα χαρακτηριστικά του: Η φραγκοσυκιά καλλιεργείται κυρίως για τους καρπούς της, που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή γλυκών και ποτών (από τη γνωστή τεκίλα στο Μεξικό έως το λικέρ ficodi στη Σικελία), στην παραγωγή ζωοτροφών, ακόμα και χρωστικών ουσιών για τρόφιμα. Το φραγκόσυκο είναι πλούσιο σε μαγνήσιο και στο αμινοξύ ταυρίνη, ουσίες που είναι σημαντικές για την υγεία του εγκεφάλου και της καρδιάς.

Πού πλεονεκτεί: Η φραγκοσυκιά φτάνει σε πλήρη παραγωγή μετά το έβδομο έτος, οπότε φτάνει σε στρεμματική απόδοση τους 2-3 τόνους και σε αρδευόμενη καλλιέργεια ακόμα και τους 4 τόνους. Οι τιμές στη διεθνή αγορά διαμορφώνονται σύμφωνα με την προσφορά και τη ζήτηση και κυμαίνονται για τους καρπούς από 2-5 ευρώ το κιλό. Η ανάγκη της για νερό είναι ελάχιστη και αυτό διαμορφώνει το κόστος καλλιέργειας πολύ χαμηλά.

Πού μειονεκτεί: Αναπτύσσεται μόνο σε ξηρά εδάφη και ευνοείται από κλίμα υποτροπικό, με μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας μεταξύ ημέρας και νύχτας.

Βασιλικός

Γιατί ξεχωρίζει: αναπτύσσεται παντού και εύκολα.

Η ιστορία του: Στην αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σε εκτίμηση το φυτό αυτό, καθώς πίστευαν ότι οι σκορπιοί προτιμούν να φωλιάζουν κάτω από τις γλάστρες του, ενώ είχαν συνδέσει την έντονη μυρωδιά του με κάποιο είδος κατάρας.

Τα χαρακτηριστικά του: Η καλλιέργεια του βασιλικού είναι πολύ απλή, η ζήτηση από τη φαρμακευτική βιομηχανία μεγάλη και τα έσοδα που δίνει στον παραγωγό σημαντικά.

Πού πλεονεκτεί: Είναι καλλιέργεια χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, προσαρμόζεται στο μεσογειακό κλίμα και μπορεί να αξιοποιήσει φτωχά και υποβαθμισμένα εδάφη. Οι εδαφολογικές και κλιματικές συνθήκες της χώρας μας δίνουν φυτά εξαιρετικής ποιότητας. Η απόδοση φθάνει τα 400 κιλά αποξηραμένων φύλλων, με καθαρά έσοδα για τον παραγωγό περίπου 800 ευρώ. Σε περίπτωση που πρόκειται για βιολογική καλλιέργεια, τα έσοδα διπλασιάζονται και κυμαίνονται στα 1.500-2.000 ευρώ.

Πού μειονεκτεί: Είναι φυτό με μεγάλες απαιτήσεις σε νερό και, όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές, το πότισμα πρέπει να γίνεται κάθε 48 ώρες.

Δενδρολίβανο

Γιατί ξεχωρίζει: Είναι πολύ καλό τονωτικό.

Η ιστορία του: Παρότι είναι γνωστή εδώ και χρόνια, η καλλιέργεια του δενδρολίβανου μόνο τα τελευταία χρόνια γνωρίζει άνθηση.

Τα χαρακτηριστικά του: Το αιθέριο έλαιο που παράγεται από τα φύλλα και τα λουλούδια του δενδρολίβανου ξεκουράζει πνευματικά, απαλύνει τους μυϊκούς πόνους, θεωρείται τονωτικό για τους πνευματικά κουρασμένους, ενώ βοηθά στην αναζωογόνηση του δέρματος.

Πού πλεονεκτεί: Θεωρείται καλλιέργεια με χαμηλό κόστος εγκατάστασης (350-400 ευρώ ανά στρέμμα), απόδοση που ανέρχεται σε 250-350 κιλά αποξηραμένων φύλλων και εισόδημα που μπορεί να φτάσει τα 500-700 ευρώ το στρέμμα για συμβατικές καλλιέργειες και τα 1.500-1.800 ευρώ για τις βιολογικές.

Πού μειονεκτεί: Η καλλιέργεια απαιτεί καλά αποστραγγισμένα, αμμώδη έως αργιλοπηλώδη εδάφη, με άργιλο το πολύ μέχρι 30% και pH γύρω στο 7. Σε περιοχές με αρκετή ξηρασία χρειάζεται επιπλέον πότισμα.

Αρώνια

Γιατί ξεχωρίζει: Θεωρείται το φυτό της μακροζωίας!

Η ιστορία της: Στην Ελλάδα τώρα ξεκινά η καλλιέργειά της.

Τα χαρακτηριστικά της: Η αρώνια είναι φαρμακευτικό φυτό. Ο καρπός της περιέχει βιταμίνες Α, Β1, Β2, Β3, Β5, Β6, Β9, C, E, K και συγκεντρώνει υψηλές ποσότητες φλαβονοειδών, που είναι πολύ σημαντικά για τις αντιοξειδωτικές ιδιότητές τους. Η καλλιέργειά της στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Τα πρώτα αποτελέσματα όμως είναι ενθαρρυντικά, αφού η αρώνια προσαρμόζεται σε μεγάλο εύρος εδαφικών και κλιματικών συνθηκών.

Πού πλεονεκτεί: Η καλλιέργειά της είναι αποδοτική, αφού έχει χαμηλό κόστος και δεν απαιτεί ιδιαίτερη λίπανση. Τρία χρόνια μετά τη φύτευση φτάνει στα 1.300-1.800 κιλά στρεμματική απόδοση και αποδίδει εισόδημα περίπου 1.000 ευρώ το στρέμμα. Εμφανίζει μεγάλη αντοχή στην ξηρασία και είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό φυτό στο ψύχος, καθώς αντέχει έως τους -34° Κελσίου.

Πού μειονεκτεί: Αναπτύσσεται και σε σκιερά μέρη, αλλά την καλύτερη ποιότητα καρπού αποδίδουν τα φυτά που βρίσκονται σε τοποθεσίες με πλήρη ηλιοφάνεια. Η αρώνια είναι ανθεκτική στην ξηρασία, αλλά για σταθερές και μεγάλες αποδόσεις είναι απαραίτητο να αρδεύεται.

Στέβια

Γιατί ξεχωρίζει: Είναι εχθρός της ζάχαρης…

Τα χαρακτηριστικά της: Η στέβια φιλοδοξεί να εκτοπίσει τη ζάχαρη, καθώς είναι πιο γλυκιά και καθόλου βλαβερή, όπως άλλες συνθετικές γλυκαντικές ουσίες. Η καλλιέργειά της μοιάζει με εκείνη του καπνού ως προς τις εδαφολογικές και κλιματικές συνθήκες, αλλά και ως προς τις καλλιεργητικές πρακτικές, όπως η λίπανση και η άρδευση.

Πού πλεονεκτεί: Η ανάπτυξη της στέβιας απαιτεί μικρές ποσότητες νερού και λιπασμάτων, δεν χρειάζεται φυτοφάρμακα, αφού δεν έχει να αντιμετωπίσει σοβαρούς εχθρούς και ασθένειες, και η συγκομιδή της είναι πιο εύκολη σε σχέση με άλλες συμβατικές καλλιέργειες, όπως ο καπνός. Η τιμή των ξερών φύλλων είναι 1-2,5 ευρώ και η απόδοση ανά στρέμμα 100-150 κιλά. Υπό ιδανικές συνθήκες, η παραγωγή ανά στρέμμα μπορεί να φτάσει τα 400-450 κιλά και τα έσοδα να αγγίξουν τα 1.000 ευρώ το στρέμμα.

Πού μειονεκτεί: Για να αξιοποιηθεί η πρώτη ύλη από τη στέβια, χρειάζονται μονάδες μεταποίησης, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν.

Γκότζι μπέρι 

Γιατί ξεχωρίζει: Θωρακίζει την υγεία.

Η ιστορία του: Προέρχεται από την Ασία.

Τα χαρακτηριστικά του: Πρόκειται για πολυετή θάμνο, με μικρούς, μαλακούς καρπούς, που έχουν έντονο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και τρώγονται ωμοί ή αποξηραμένοι. Διαθέτουν περισσότερη Β-καροτίνη από το καρότο, περισσότερο σίδηρο από το σπανάκι, βιταμίνη E η οποία σπανίζει σε φρούτα και… 500 φορές περισσότερη βιταμίνη C από τα πορτοκάλια.

Πού πλεονεκτεί: Το φυτό που δίνει το γκότζι μπέρι καλλιεργείται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών, ακόμα και σε άγονα, ενώ αντέχει τόσο σε υψηλές θερμοκρασίες, έως 40° C, όσο και σε χαμηλές, όπως στους -30° C. Είναι ανθεκτικό στην ξηρασία χάρη στο βαθύ ριζικό σύστημά του. Εντυπωσιακή είναι και η στρεμματική απόδοσή του, που φτάνει τον 1,5 τόνο νωπών καρπών και τα 700-800 κιλά αποξηραμένων. Η τιμή παραγωγού διαμορφώνεται σε 6-7 ευρώ το κιλό αποξηραμένου καρπού, δίνοντας έσοδα περίπου 2.000 ευρώ.

Πού μειονεκτεί: Το γκότζι μπέρι αντέχει στην ξηρασία, αλλά για το πότισμά του απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να γίνεται μόνο το καλοκαίρι. Προσοχή θέλει επίσης η υποστύλωση των φυτών. Επιπρόσθετη δυσκολία ότι η συγκομιδή γίνεται με το χέρι και έτσι αυξάνεται το εργατικό κόστος.

Τρούφα

Γιατί ξεχωρίζει: Θρεπτική αξία και κέρδη.

Η ιστορία της: Πάντα ήταν γνωστή, αλλά τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Τα χαρακτηριστικά της: H γαστρονομική και θρεπτική του αξία κάνουν αυτό τον μύκητα ένα από τα πλέον περιζήτητα τρόφιμα παγκοσμίως. Του αποδίδονται επίσης θεραπευτικές δράσεις κατά μυϊκών και αρθριτικών πόνων και υψηλών επιπέδων χοληστερόλης. Πρόκειται για ένα μανιτάρι που μεγαλώνει κάτω από το έδαφος (5-30 εκατοστά), συμβιώνοντας με το ριζικό σύστημα ορισμένων δένδρων όπως το πουρνάρι, η βελανιδιά, το πεύκο κ.ά. Προκειμένου να καλλιεργηθεί η τρούφα, φυτεύουμε πρώτα δασικά δένδρα, στις ρίζες των οποίων «εμβολιάζεται» ο μύκητας. Με τον καιρό δημιουργείται ένα μικρό οικοσύστημα, αποτελούμενο από διάφορα έντομα και αγριολούλουδα, για την παραγωγή του μανιταριού.

Πού πλεονεκτεί: Παρότι είναι δύσκολο να υπολογίσει κάποιος με ακρίβεια την απόδοση μιας φυτείας τρούφας, ενδεικτικά, έπειτα από 10 έτη, αυτή κυμαίνεται στα 3-5 κιλά ανά στρέμμα και μπορεί να φτάσει και τα 10 κιλά. Η τιμή παραγωγού στην αγορά είναι περίπου στα 600-700 ευρώ το κιλό. Πρόκειται για μια επιχείρηση με αμελητέα έξοδα, γιατί απαιτεί ελάχιστο νερό και δεν χρειάζεται λίπανση, ενώ απαγορεύεται η χρήση φυτοφαρμάκων και μυκητοκτόνων, αφού καλλιεργούμε μύκητα.

Πού μειονεκτεί: Δεν είναι κατάλληλες όλες οι περιοχές για την καλλιέργεια τρούφας, γι’ αυτό πρέπει να προηγηθεί ανάλυση του εδάφους. Ιδανικά θεωρούνται τα ελαφρώς επικλινή και αμμοαργιλώδη εδάφη, τα οποία στραγγίζουν καλά, σε ορεινές περιοχές με υψόμετρο 300-1.000 μ.

Τριανταφυλλιά

Γιατί ξεχωρίζει: Για το ροδέλαιο.

Η ιστορία της: Είχε πάντα ενδιαφέρον, αλλά ποτέ η Ελλάδα δεν μετατράπηκε σε… κοιλάδα των ρόδων.

Τα χαρακτηριστικά της: Στην Ελλάδα τα βιομηχανικά τριαντάφυλλα είναι εξαιρετικής ποιότητας και το ροδέλαιο που παράγεται από αυτά συναγωνίζεται επάξια αυτό της Βουλγαρίας, το οποίο θεωρείται από τα καλύτερα στον κόσμο. Το γεγονός ότι το ροδέλαιο βρίσκεται σε μικρή περιεκτικότητα στο τριαντάφυλλο και δεν υπάρχει χημικό υποκατάστατό του στην αγορά το καθιστά πολύ ακριβό.

Πού πλεονεκτεί: Μετά τον πρώτο χρόνο, η τριανταφυλλιά αναπτύσσει βαθύ και δυνατό ριζικό σύστημα και δεν έχει ανάγκη άρδευσης. Η μέση στρεμματική απόδοση μιας φυτείας πλήρους ανάπτυξης (μετά το τέταρτο έτος) φτάνει τα 400 κιλά νωπά ροδοπέταλα. Για την παραγωγή ενός κιλού ροδελαίου χρειάζεται να αποσταχθούν τρεις τόνοι ροδοπέταλα, ενώ η χονδρική τιμή του κυμαίνεται μεταξύ 5.000 και 7.000 ευρώ το κιλό.

Πού μειονεκτεί: Οι χώροι που ενδείκνυνται για φύτευση πρέπει να είναι ευήλιοι, ευάεροι και προστατευμένοι από τον βοριά. Η τριανταφυλλιά έχει ανάγκη από χωράφια με ελαφριά χώματα και ουδέτερο pH. Η συγκομιδή των λουλουδιών είναι αρκετά δύσκολη και γίνεται καθημερινά από το χάραμα μέχρι την ανατολή, καθώς όσο περισσότερη ώρα εκτίθενται στον ήλιο τα τριαντάφυλλα τόσο λιγότερο ροδέλαιο παράγουν, ενώ υποβαθμίζεται και η ποιότητά του. Ο βασικός εχθρός της τριανταφυλλιάς είναι ένα ξυλοφάγο έντομο, ο λεγόμενος αγκρίλος.

Αλόη 

Γιατί ξεχωρίζει: Εχει μεγάλη ζήτηση στη φαρμακοβιομηχανία.

Τα χαρακτηριστικά της: Τα φύλλα της χρησιμοποιούνται στη βοτανοθεραπεία και σε φαρμακευτικά σκευάσματα φυτικής προέλευσης, σε μορφή gel ή ως νωπό προϊόν. Το φυτό, που φτάνει σε ύψος έως και τα 1,60 μέτρα, προτιμά τα καλά αποστραγγισμένα, αμμώδη ή πηλώδη εδάφη και κυρίως αυτά με ελαφρώς αλκαλική αντίδραση. Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε ελαφρώς σκιερές τοποθεσίες. Εισέρχεται σε πλήρη απόδοση μετά το 4ο έτος και η ανάπτυξή του συνεχίζει για ένα διάστημα επτά περίπου ετών. Το κάθε φυτό μπορεί να δώσει τουλάχιστον 4 φύλλα από τρεις έως τέσσερις φορές τον χρόνο.

Πού πλεονεκτεί: Δεν έχει πολλές καλλιεργητικές φροντίδες και δεν απαιτεί πολλά χημικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα, γιατί η σκληρή και παχιά επιδερμίδα των φύλλων αποτελεί μια σημαντική φυσική άμυνα. Επίσης, αντέχει στην ξηρασία, ωστόσο η άρδευση βελτιώνει την απόδοσή της. Μετά τον 4ο χρόνο, το στρέμμα μπορεί να δώσει έως και 13.000 φύλλα. Το κάθε φύλλο έχει βάρος 400 με 800 γραμμάρια, πράγμα που σημαίνει ότι το ένα στρέμμα αποδίδει 7.000 κιλά φύλλων, τα οποία εμπεριέχουν περίπου 70%-80% gel.

Πού μειονεκτεί: Χρειάζεται θερμό κλίμα, γι’ αυτό και αναπτύσσεται στην Κρήτη, στα νησιά και στη Νότια Ελλάδα. Δεν είναι πολύ ανθεκτική σε χαμηλές θερμοκρασίες, ενώ μπορεί να αντέξει μέχρι τους -3 βαθμούς Κελσίου, παθαίνοντας μικρές ζημιές. Προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν ορισμένα βακτήρια που προκαλούν σήψη, όπως και οι μύκητες, ο παγετός και οι δυνατοί άνεμοι.

Κρανιά

Γιατί ξεχωρίζει: Διαθέτει αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Η ιστορία της: Πρόκειται για αυτόχθονο, μακρόβιο δέντρο, γνωστό από την αρχαιότητα για τον καρπό του, καθώς και για το ιδιαίτερα σκληρό του ξύλο.

Τα χαρακτηριστικά της: Φύεται σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας μας, ενώ ο καρπός της (το κράνο) διαθέτει εξαιρετικά ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, καθώς περιέχει βιταμίνες C και Ε, καροτενοειδή και φαινολικές ενώσεις.

Πού πλεονεκτεί: Ευδοκιμεί σχεδόν σε όλα τα είδη των εδαφών και σε όλες τις θερμοκρασίες, ακόμα και σε εξαιρετικά χαμηλές, ενώ δεν χρειάζεται επίπονη εργασία και σπάνια κλαδεύεται. Η αντοχή της είναι εξαιρετική και δεν έχει φυσικούς εχθρούς. Με στρεμματική απόδοση 1.000 κιλά ανά στρέμμα, η κρανιά μπορεί να αποφέρει περίπου 800-1.300 ευρώ καθαρά έσοδα στον παραγωγό.

Πού μειονεκτεί: Το μόνο που ζητεί είναι νερό. Ειδικά όταν το δέντρο είναι νεαρό, χρειάζεται άφθονο νερό και το σωστό είναι να αρδεύεται κάθε 10-15 ημέρες κατά τη θερινή, άνομβρη περίοδο.