Τα στατιστικά στοιχεία των τελευταίων δύο ετών αποδεικνύουν ότι αυξάνονται κάθε χρόνο οι εκτάσεις που καλλιεργούνται με ψυχανθή (κυρίως όσπρια) και οι εκτάσεις που καταλαμβάνονται από φυτά που υπάγονται στο καθεστώς της συνδεδεμένης ενίσχυσης.

Το πρώτο, ζητούμενο και προπαγανδιζόμενο εδώ και πολλά χρόνια, για λόγους λίγο-πολύ γνωστούς (θα τους αναφέρουμε παρακάτω), αλλά και το δεύτερο, θεωρούνται δικαίως το αποτέλεσμα της γεωργικής πρακτικής που βρίσκεται σε εξέλιξη, στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ.

Οφείλω να σας υπενθυμίσω ότι εδώ και αρκετές δεκαετίες η χώρα μας είναι ελλειμματική σε σημαντικό ποσοστό σε όσπρια, κυρίως σε ρεβίθια και φακές, αλλά και σε φασόλια και σε μπιζέλια, καλύπτοντας τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς με εισαγωγές από τρίτες χώρες (ΗΠΑ – Καναδάς- Τουρκία κ.ά.). Είναι επίσης ελλειμματική σε ξηρούς καρπούς, με την καθιέρωση της συνδεδεμένης ενίσχυσης στα ακρόδρυα να προοιωνίζεται την αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με αμύγδαλα και καρύδια σε πρώτη φάση, φιστίκια και κάστανα σε δεύτερη.

Με τη νέα Ευρωπαϊκή Αγροτική Διακυβέρνηση (νέα ΚΑΠ 2014-2020) το 30% του Εθνικού Δημοσιονομικού Φακέλου (το 30% των ενισχύσεων), ή 574.308.000 ευρώ για την Ελλάδα, χορηγείται στους παραγωγούς ως «πράσινη ενίσχυση». Για να λάβουν επομένως οι αγρότες το 1/3 περίπου της επιδότησης, απαιτείται η τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα, που αναφέρονται στα εξής:

– Γεωργικές εκμεταλλεύσεις με καλλιεργούμενες εκτάσεις μεγαλύτερες των 100 στρεμμάτων υποχρεούνται να έχουν δύο τουλάχιστον διαφoρετικές καλλιέργειες, μία κύρια και μία βοηθητική, με μέγιστη κάλυψη 75% για την κυρία και 25% για τη βοηθητική (σύστημα «μερικής» έστω αμειψισποράς).

– Γεωργικές εκμεταλλεύσεις με καλλιεργούμενες εκτάσεις μεγαλύτερες των 300 στρεμμάτων πρέπει να σπέρνονται με τρεις τουλάχιστον διαφορετικές καλλιέργειες, με μέγιστη κάλυψη 75% για την κύρια και ελάχιστο ποσοστό 5% για καθεμία από τις άλλες δύο (ας το ονομάσουμε «φιλότιμη προσπάθεια» αμειψισποράς}.

– Ως «διαφορετικές» καλλιέργειες θεωρούνται τα διαφορετικά είδη φυτών, π.χ. σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, φακή, βίκος, μηδική κ.ο.κ.

– Οι επίσπορες καλλιέργειες δεν υπολογίζονται ως διαφορετικές. Υπενθυμίζεται ότι οι επίσπορες είναι καλλιέργειες που σπέρνονται αργά το καλοκαίρι (συνήθως το 2ο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου) και συγκομίζονται όσο το δυνατόν ενωρίτερα (αρχές φθινοπώρου, πριν την έναρξη πτώσης των θερμοκρασιών). Οι επίσπορες καλλιέργειες είναι ανοιξιάτικα φυτά (όταν καλλιεργούνται ως κύριες καλλιέργειες), όπως ο αραβόσιτος, η σόγια, το σουσάμι κ.ά., και έχουν ανάγκη ποικιλιών ή υβριδίων μικρού βιολογικού κύκλου και αρδευόμενης καλλιεργούμενης έκτασης.

– Τα αγροτεμάχια στα οποία εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις του «πρασινίσματος» είναι επιλογή των γεωργών και μπορούν να αλλάζουν κάθε χρόνο.

– Στις υποχρεώσεις του «πρασινίσματος» υπάρχει και η ανάγκη διατήρησης μιας Περιοχής Οικολογικής Εστίασης (ΠΟΕ).

Η υποχρέωση αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις με καλλιεργούμενες εκτάσεις μεγαλύτερες από 150 στρέμματα υποχρεώνονται να διατηρούν το 5% της έκτασης (7,5 στρέμματα στα 150) ως περιοχή οικολογικής εστίασης, που μπορεί να είναι:

– Ακαλλιέργητη γη.

– Δέντρα σε σειρά ή σε συστάδες μέγιστης επιφάνειας 3 στρ.

– Τάφροι μέγιστου πλάτους 6 μ. (χαντάκια, υδατορέματα).

– Ζώνες ανάσχεσης κατά μήκος υδατορεμάτων ή υδάτινων όγκων.

– Ψυχανθή και όσπρια (αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες) με συντελεστή 0,7. Δηλαδή, 1 στρέμμα οποιουδήποτε ψυχανθούς μετράει ως 0,7 στρέμματα για την Περιοχή Οικολογικής Εστίασης, κάτι που σημαίνει ότι εάν χρειάζονται 10 στρέμματα για την κάλυψη του 5%, τότε θα πρέπει να καλλιεργηθούν περίπου 15 στρέμματα με ψυχανθή.

  • Οταν τα ψυχανθή καλύπτουν το 5% για Περιοχή Οικολογικής Εστίασης, προστίθεται στην υποχρέωση της διαφοροποίησης «μερικής» αμειψισποράς που είπαμε των καλλιεργειών. Επομένως, όποιος παραγωγός καλλιεργεί έκταση μεγαλύτερη των 150 στρεμμάτων, πρέπει να τηρεί και τις δύο υποχρεώσεις.

– Εάν υπάρχει «αγρανάπαυση», αυτή θεωρείται και ως διαφορετική καλλιέργεια και ως Περιοχή Οικολογικής Εστίασης.

– Τα ψυχανθή γενικά (και τα όσπρια) μετράνε ως Περιοχή Οικολογικής Εστίασης και Διαφοροποίησης των καλλιεργειών, μπορούν όμως παράλληλα να λαμβάνουν συνδεδεμένη ενίσχυση, εφόσον ανήκουν στα επιλέξιμα είδη.

– Καταργείται, τέλος, η υποχρέωση της αμειψισποράς από την πολλαπλή συμμόρφωση και εισάγεται στο «πρασίνισμα».

Είναι γνωστό σε όλους ότι η «αμειψισπορά» (δικαιολογημένη και τεκμηριωμένη εναλλαγή καλλιεργειών) έχει, ως σύστημα καλλιέργειας, σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τη «μονοκαλλιέργεια» (συνεχής καλλιέργεια του ίδιου φυτού στο χωράφι επί σειρά ετών), όπως είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζιζανίων, των εχθρών και των ασθενειών των φυτών χωρίς τη χρήση φυτοφαρμάκων, η αποφυγή εξάντλησης των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους στο ίδιο βάθος, αλλά και η ενίσχυση της εδαφικής γονιμότητας και η συμβολή στην οικονομία αζώτου στη φύση όταν στην αμειψισπορά ή στη «διαφοροποίηση» των καλλιεργειών, όπως αυτή προβλέπεται από τη νέα ΚΑΠ, συμμετέχουν φυτά της οικογένειας των ψυχανθών.

Γιατί;

Μα γατί τα ψυχανθή και τα όσπρια που ανήκουν στα ψυχανθή είναι τα μόνα φυτά στον κόσμο που έχουν την ικανότητα να δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο υπό μορφή φυματίων στο ριζικό τους σύστημα και να αυξάνουν τη γονιμότητα του εδάφους, συμμετέχοντας στην οικονομία αζώτου στη φύση, αναπληρώνοντας κάθε χρόνο ένα σημαντικό μέρος των απωλειών της φύσης σε άζωτο.

Η ικανότητα αυτή των ψυχανθών εξασφαλίζει:

α) Την εξαίρεση των ψυχανθών από την ανάγκη λίπανσής τους με αζωτούχα λιπάσματα ή τη μείωση της δόσης της αζωτούχου λίπανσης.

β) Την τροφοδοσία με άζωτο του φυτού που θα ακολουθήσει το ψυχανθές στο χωράφι, κατά την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Να λοιπόν πώς η νέα ευρωπαϊκή διακυβέρνηση με την πράσινη ενίσχυση και την επανακαθιέρωση της συνδεδεμένης ενίσχυσης (το ποσοστό της τελευταίας στον δημοσιονομικό φάκελο πρέπει να αυξηθεί) επηρεάζει τη σύγχρονη ελληνική γεωργία και συμβάλλει αποφασιστικά στην αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και τελικά στην αύξηση των καλλιεργούμενων με όσπρια, αλλά και με άλλα φυτά εκτάσεων, στα οποία η χώρα μας είναι ελλειμματική.

«Χωρίς τα όσπρια η ανθρωπότητα δεν θα είχε φτάσει ούτε ως τον Μεσαίωνα. Οταν η Ευρώπη τον 11ο αιώνα π.Χ. μετρούσε μόλις 20 εκατομμύρια κατοίκους, τους οποίους μάστιζε η φτώχεια και η ασιτία, τα όσπρια έδωσαν κρίσιμη απάντηση και ώθηση για την αύξηση του πληθυσμού. Οι άνθρωποι έτσι τρέφονταν με περισσότερες πρωτεΐνες, έγιναν πιο δυνατοί και αυξήθηκε ο μέσος όρος και η ποιότητα της ζωής τους». Τάδε έφη Umberto Eco.