Toυ Ιωάννη Γκλαβάκη

Η Ελλάδα, όπως και κάποιες άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Eνωσης, περνάει τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη οικονομική κρίση. Παρακολουθούμε όλοι τον αγώνα που κάνει η κυβέρνηση να πάρει δάνεια για να καλύψει τις κρατικές ανάγκες και να μην καταρρεύσει, αλλά για να υπάρξει ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μια λύση υπάρχει: να αρχίσει η χώρα να παράγει. Τα περισσότερα προϊόντα που υπάρχουν στην αγορά δυστυχώς είναι εισαγόμενα και όσο αυτό συνεχίζεται, τόσο πιο πολύ θα βουλιάζουμε στο χρέος και στην οικονομική κρίση.

Η βιομηχανία δέχεται μεγάλο, θα έλεγα αθέμιτο, ανταγωνισμό από χώρες με πολύ χαμηλά ημερομίσθια, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, αλλά και από χώρες με υψηλή τεχνολογία, όπως η Γερμανία, η Αμερική, η Γαλλία, η Ιταλία. Ο τουρισμός ευτυχώς κινείται καλά, όπως και η ναυτιλία, όμως αυτά είναι προσφορές υπηρεσιών.

Ο τομέας που πρώτος θα μπορούσε να ξεκινήσει να παράγει είναι ο αγροτικός. Η χώρα μας έχει καλά εδάφη, καθαρά νερά, ικανούς παραγωγούς, καλό κλίμα, αρκεί οι κυβερνώντες να αγαπήσουν την πατρίδα μας περισσότερο από το κομματικό τους συμφέρον, να μελετήσουν, να προγραμματίσουν και να βοηθήσουν για να υπάρξει αγροτική ανάπτυξη και παραγωγή.

Η πατρίδα μας δεν διαθέτει τις μεγάλες, απέραντες εκτάσεις των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Αργεντινής, γι’ αυτό εκτιμώ ότι μόνο με εντατικές καλλιέργειες μπορεί να εξασφαλιστεί σημαντικό εισόδημα στον Ελληνα παραγωγό και στην ελληνική οικονομία και τέτοιες είναι οι καλλιέργειες της δενδροκομίας, της λαχανοκομίας και της ανθοκομίας. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα. Η Ελλάδα, ανάμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, έχει το μεγαλύτερο άνοιγμα ψαλίδας μεταξύ της τιμής που πληρώνεται ο γεωργός και της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής και αυτή είναι 1 προς 5. Δηλαδή, ένα προϊόν το οποίο ο γεωργός το πουλά 10 ευρώ, ο καταναλωτής το αγοράζει 50 ευρώ. Ετσι, ο γεωργός δεν μπορεί να εξασφαλίσει εισόδημα για να επιζήσει. Κατά συνέπεια, οι γεωργοί «διώχνουν τα παιδιά τους» από τα χωριά και η ύπαιθρος ερημώνει, αλλά και ο καταναλωτής δυσκολεύεται να αγοράσει. Στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το άνοιγμα ψαλίδας είναι 1 προς 2 ή 1 προς 2,5 και κατ’ αυτό τον τρόπο και ο γεωργός απολαμβάνει καλύτερες τιμές και ο καταναλωτής αγοράζει φθηνότερα.

Εάν δεν εξυγιανθεί η εμπορία φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα, δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάκαμψης.

Οταν ήμουν ευρωβουλευτής από το 2004 έως το 2009 επισκέφτηκα λαχαναγορές της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Γερμανίας, της Γαλλίας. Ενθουσιάστηκα με όσα είδα και πραγματικά στενοχωρήθηκα για τη δική μας κατάσταση. Ανησύχησα με την κατάσταση της εμπορίας φρούτων και λαχανικών στη χώρα μας. Προβληματίστηκα για το τι πρέπει να γίνει. Οργάνωσα πέντε ομάδες επισκεπτών για να ενημερώσω πώς γίνεται η εμπορία φρούτων και λαχανικών στη λαχαναγορά-δημοπρατήριο στην πόλη Μέχελεν του Βελγίου, σε μια απόσταση 25 χιλιομέτρων από την πόλη των Βρυξελλών. Οι συμμετέχοντες ήταν όλοι άνθρωποι σχετικοί με το αντικείμενο, γεωργοί, γεωπόνοι, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του υπουργείου Γεωργίας. Ηθελα να ανησυχήσω και να προβληματίσω.

Το δημοπρατήριο του Μέχελεν ξεκίνησε το 1950, έχει 2.500 μέλη παραγωγούς, είτε αυτοί είναι αγρότες είτε εταιρείες παραγωγής λαχανικών ή φρούτων. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις καλύπτουν 250 στρέμματα και τα ψυγεία 120 στρέμματα, σε μια συνολική έκταση 500 στρεμμάτων.

Κάθε μέρα από τις 10:00 το πρωί έως τις 7:00 το απόγευμα οι παραγωγοί-μέλη προσκομίζουν τα προϊόντα τους και δηλώνουν την ποσότητα, την ποιότητα και, φυσικά, το είδος και την ποικιλία αυτών που παρέδωσαν. Στην είσοδο γίνεται ο έλεγχος των δηλωθέντων. Ακολουθεί η παραλαβή των προϊόντων και η τοποθέτησή τους στους ψυκτικούς θαλάμους, όπου παραμένουν μέχρι την επόμενη μέρα το πρωί, οπότε δημοπρατούνται. Τα πάντα παρακολουθούνται από computers και το κάθε clark παίρνει ηλεκτρονική εντολή για το τι θα ξεφορτώσει και πού θα τοποθετήσει τα προϊόντα. Αμεσα, τα προς πώληση προϊόντα αναρτώνται στο Διαδίκτυο και έτσι οι ενδιαφερόμενοι έμποροι μπορούν να πληροφορηθούν για τα είδη, τις ποικιλίες, την ποιότητα και τις διαθέσιμες ποσότητες, ώστε, αν θέλουν, να προσέλθουν στις εγκαταστάσεις και να τα δουν από κοντά. Ακόμη, όμως, και όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να προσέλθουν μπορούν να δουν την ανάρτηση στο Διαδίκτυο. Την επόμενη ημέρα στις 5:00 το πρωί ξεκινά η δημοπράτηση των προϊόντων. Με προγραμματισμένη σειρά, τα προϊόντα έρχονται πάνω σε ειδικές ράγες στην αίθουσα δημοπράτησης-ρολόι και εκεί οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές που κάθονται σε ειδικές θέσεις ηλεκτρονικά συμμετέχουν στη διαδικασία. Επίσης, μέσω Διαδικτύου, με συγκεκριμένη διαδικασία, μπορούν να συμμετέχουν στη δημοπράτηση έμποροι χωρίς να παρίστανται. Στις 8:00 με 9:00 έχουν τελειώσει όλα. Από τις 9:00 έως τις 10:00 ακολουθούν το σκούπισμα και η καθαριότητα του χώρου από ειδικά μηχανήματα και ο χώρος είναι και πάλι έτοιμος να δεχτεί τα προϊόντα της καινούργιας ημέρας. Κανένα προϊόν από την προηγούμενη δημοπράτηση δεν μένει για την επόμενη.

Οταν κάποιος από τους αγοραστές πατήσει το κουμπί και η δημοπρατούμενη ποσότητα καταχωρηθεί σε αυτόν, αυτόματα συμβαίνουν δύο πράγματα: Πρώτον, από τον τραπεζικό λογαριασμό που έχει δηλώσει και έχει εξουσιοδοτήσει σχετικά αφαιρείται το ποσό της αξίας του τιμολογίου και πιστώνεται στον λογαριασμό του δημοπρατηρίου και, δεύτερον, στο clark που είναι σε αναμονή πηγαίνει εντολή και μεταφέρει τα συγκεκριμένα προϊόντα σε ορισμένη ράμπα, προκειμένου να φορτωθούν στο φορτηγό του αγοραστή. Οι γεωργοί πληρώνονται το πολύ εντός 7 ημερών.

Για την όλη διαδικασία η οργάνωση κρατά από την αξία των προϊόντων που πουλήθηκαν ένα 2% ή 2,5%, το οποίο προορίζεται για τα λειτουργικά έξοδα της οργάνωσης, καθώς και για μελλοντικές επενδύσεις.

Ο κάθε παραγωγός-μέλος της οργάνωσης στην αρχή της χρονιάς δηλώνει τα είδη, τις ποικιλίες και τις εκτάσεις που θα καλλιεργήσει. Είναι υποχρεωμένος να παραδώσει στην οργάνωση όλη την ποσότητα που θα παράγει. Οι γεωπόνοι της οργάνωσης παρακολουθούν τις καλλιέργειες και, συνολικά, πάνω από 20.000 χημικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται στα εργαστήρια για τα υπολείμματα των φυτοφαρμάκων. Ετσι, προστατεύονται και οι καταναλωτές και το περιβάλλον.

Ας δούμε τώρα τι γίνεται στη χώρα μας. Υπάρχουν δύο κεντρικές λαχαναγορές, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και άλλες μικρότερες. Μέσα σε αυτές ιδιώτες έχουν τα μαγαζιά τους, όπου οι γεωργοί και οι έμποροι προσκομίζουν τα προϊόντα τους, οι αγοραστές περνούν, βλέπουν και αγοράζουν. Οι συναλλαγές είναι προσωπικές, γι’ αυτό έχουμε αλλού υπερτιμολογήσεις και αλλού υποτιμολογήσεις, ανάλογα με τη σκοπιμότητα. Το μαγαζί κρατά ένα 10%-12% για προμήθεια, αλλά και ένα ποσό πηγαίνει στο Σωματείο Φορτοεκφορτωτών, είτε φορτώσουν είτε όχι.

Θεωρώ ότι είναι εθνική ανάγκη να εξυγιανθεί το εμπόριο φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα για να μπορέσει και ο γεωργός να έχει εισόδημα για να επιβιώσει, αλλά και ο καταναλωτής να μπορεί να αγοράζει σε καλύτερες τιμές.

Πιστεύω ότι τρία πρέπει να είναι τα κριτήρια δημιουργίας λαχαναγορών.

  • Πρώτον, να είναι κοντά σε μεγάλα πληθυσμιακά κέντρα, για να μπορούν ακόμη και οι μανάβηδες των πόλεων να συμμετέχουν στις δημοπρασίες και να αγοράζουν από πρώτο χέρι.
  • Δεύτερον, είναι απαραίτητο να είναι κοντά σε συγκοινωνιακά δίκτυα. Απαραιτήτως κοντά (δίπλα) σε κεντρικούς οδικούς άξονες και, αν είναι δυνατόν, κοντά σε λιμάνι ή αεροδρόμιο.
  • Τρίτον, οι συνέταιροι της οργάνωσης πρέπει να είναι αποκλειστικά παραγωγοί, φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Με αυτά τα κριτήρια εκτιμώ ότι στην Ελλάδα πρέπει να γίνουν δύο κεντρικές λαχαναγορές, μία στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη, και δύο ακόμη μικρότερες, μία στη Λάρισα και μία στο Ηράκλειο, αλλά αυτά θα τα δείξει μια σχετική μελέτη.

Θεωρώ ότι πρέπει να ξεκινήσουμε βλέποντας τις λαχαναγορές της Κεντρικής Ευρώπης, όπως του Μέχελεν του Βελγίου, και να προσαρμόσουμε τα δεδομένα στα δικά μας δεδομένα.

Πιστεύω ότι ο υπουργός Ανάπτυξης, μαζί με τον υπουργό Γεωργίας, που θα οργανώσουν την εμπορία των φρούτων και των λαχανικών στα δεδομένα αυτά θα προσφέρουν ύψιστη υπηρεσία στην ελληνική γεωργία και στην εθνική οικονομία και έτσι θα μπορέσει να ξεκινήσει η αγροτική ανάπτυξη, που την έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα μας.

Φυσικά, το ίδιο ή κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να γίνει και για τα ανθοκομικά προϊόντα, όπου επίσης υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά δυστυχώς και εκεί τα πράγματα είναι άσχημα.

Τολμώ να πω ότι η κυβέρνηση που θα εξυγιάνει αυτό το νοσηρό κύκλωμα θα προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στην πατρίδα μας.