Ο Νομός Λάρισας είναι μεταξύ των περιοχών της Ελλάδας στις οποίες ο πρωτογενής τομέας αποτελούσε από το παρελθόν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αποτελεί πηγή εισοδήματος για σημαντικό ποσοστό του τοπικού πληθυσμού.

Είναι γνωστό ότι στον πρωτογενή τομέα αποδίδεται ένα σημαντικό ποσοστό επιτυχίας της τοπικής ανάπτυξης, μέσα από τη δραστηριοποίηση και επιχειρηματική ενασχόληση με τα στάδια παραγωγής και λήψης των παραγόμενων αγαθών από τη φύση τόσο στη γεωργία όσο και στην κτηνοτροφία-πτηνοτροφία.

Τα προϊόντα που παράγονται από τους, ενασχολούμενους με τον πρωτογενή τομέα, κατοίκους της περιοχής αποτελούν τη συνεισφορά τους στην τοπική οικονομία και ανάπτυξη, η οποία, αφενός, συνδέεται άρρηκτα με την ποιότητα και την ιδιαιτερότητα κάθε προϊόντος, αφετέρου αποτελεί απαραίτητο κρίκο στην αναπτυξιακή αλυσίδα και με τους υπόλοιπους τομείς (δευτερογενή και τριτογενή τομέα), δημιουργώντας θέσεις απασχόλησης, επιχειρηματικότητα και προστιθέμενη αξία στην ευρύτερη περιοχή του νομού.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η δυναμική του Νομού Λάρισας μέσα από τις καλλιέργειες και την αγροκτηνοτροφία καλύπτει τις ανάγκες της περιοχής και μέρος αυτών της χώρας, καθιστώντας τη μία από τις πλέον ανταγωνιστικές και παραγωγικές περιοχές της Ελλάδας, αλλά και του ευρωπαϊκού νότου, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι εξαγωγές προϊόντων της σε όλο τον κόσμο.

Και μπορεί η ανταγωνιστικότητα του Νομού Λάρισας να αντέχει ακόμη στους καιρούς της βαθιάς οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα, παρ’ όλα αυτά χρειάζονται συντονισμένες ενέργειες, αφενός για να προστατεύσουμε τους εναπομείναντες απασχολουμένους με τη γεωργία και την κτηνοτροφία στον πρωτογενή τομέα, αφετέρου για να ενθαρρύνουμε νέους αγρότες αλλά και παλαιούς στο επάγγελμα (που, όμως, λόγω κρίσης το εγκατέλειψαν…) να ασχοληθούν με την αγροτική παραγωγή σε καθαρά επιχειρηματική βάση.

Αυτό θα επέφερε αυτόματα την ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής τροφίμων και θα μεγιστοποιούσε τη χρήση των διαθέσιμων εκτάσεων παραγωγής. Πολλοί γεωργοκτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ενασχόλησή τους με τον πρωτογενή τομέα λόγω του εχθρικού οικονομικού και φορολογικού καθεστώτος που διέπει τον κλάδο, μετά τις πρόσφατες αρνητικές αλλαγές που επήλθαν με τα ψηφισθέντα νομοσχέδια.

Αμεση στήριξη

Προτάσεις για την ενίσχυση της πρωτογενούς δραστηριότητας υπάρχουν και μάλιστα, όπως θα έλεγα στην καθομιλουμένη, υλοποιούμενες με διαδικασίες ταχύτατες:

  • Μπορεί -και πρέπει- να αποδοθεί στους ενδιαφερόμενους γη με φθηνότερο ενοίκιο, για να αυξηθεί το εδαφικό πεδίο των δραστηριοτήτων τους.
  • Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο τιμών, για να προστατεύονται τα παραγόμενα προϊόντα από το στάδιο της παραγωγής «χωράφι και στάνη» μέχρι το στάδιο της πληρωμής από τη μεταποίηση στον παραγωγό, και όλο αυτό να τελεί σε σχέση εγγύησης με το κράτος.
  • Αναγκαίο είναι να υπάρξει υποστηρικτική δράση προς τους ενδιαφερομένους, μέσω των τοπικών δομών (επιμελητήριο, τοπικές αγροτικές ενώσεις και τοπικοί συνεταιρισμοί), σε σχέση τόσο με τις εφαρμοζόμενες μεθόδους παραγωγής όσο και με τις δυνατότητες καινοτόμων εφαρμογών μέσω επιστημονικής κατάρτισης και τεχνολογίας.
  • Επιβάλλεται να ανοίξουν οι κάνουλες της χρηματοδότησης προς τους παραγωγούς όλης της χώρας, τόσο μέσα από υποστηριζόμενα κοινοτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη όσο και μέσα από προγράμματα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και των δημόσιων φορέων για την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Σκοπός είναι, με τα κατάλληλα εργαλεία, να επιτευχθεί η πρόσβαση των γεωργών, αγροτών και κτηνοτρόφων του πρωτογενούς τομέα στη χρηματοδότηση, ώστε να αυξήσουν τη δανειοληπτική τους ικανότητα για αγορά λιπασμάτων, εξοπλισμού, μηχανημάτων και άλλων συναφών προς τη δραστηριότητά τους ειδών.
  • Χρειάζεται να στραφούμε και σε λύσεις συνεργασίας, συνδημιουργίας, συμβολαιακής γεωργίας και συνεταιριστικής επιχειρηματικότητας.

Αγροτικές εταιρείες

Εχω προτείνει κατά το παρελθόν τη θεσμοθέτηση της διαδικασίας σύστασης Αγροτικών Εταιρειών (ΑΓΕΤ). Αυτές θα λειτουργούν με τη μορφή τοπικής συνεταιριστικής – εμπορικής εταιρείας, με αντικείμενο την παραγωγή, τυποποίηση και διάθεση των αγροτικών προϊόντων μιας περιοχής, με βάση γεωγραφικό προσδιορισμό, χωρίς καμιά άλλη κρατική παρέμβαση. Εφαρμόζοντας το πρότυπο των Αγροτικών Εταιρειών σε όλους τους τομείς του πρωτογενούς παραγωγικού τομέα (αλιεία, γεωργία, κτηνοτροφία), είναι προφανές ότι θα ενισχυθεί η μικρή, οικογενειακή και όχι μόνον, επιχείρηση της ελληνικής οικονομίας, που αποτελεί και τη ραχοκοκκαλιά της.

Ως προς τη φορολογική μεταχείρισή τους, αυτή πρέπει να είναι ισότιμη με κάθε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, όχι όμως με τα εξωφρενικά σημερινά φορολογικά δεδομένα, αλλά με φορολογικό μηχανισμό υποστηρικτικό προς τον γεωργό-αγρότη-κτηνοτρόφο-παραγωγό, με τρόπο τέτοιο ώστε τα φορολογικά κίνητρα για τα πρώτα τρία τουλάχιστον έτη λειτουργίας να συνυπολογίζονται στο προς διάθεση ενεργητικό για την ανάπτυξη της επιχείρησης (μέσω απασχόλησης εξειδικευμένων τεχνολόγων φυτικής/ζωικής παραγωγής – γεωπόνων – κτηνιάτρων κ.λπ., αγοράς νέου αγροτικού εξοπλισμού, λιπασμάτων κ.λπ.) και όχι να της αδειάζουν τα ταμεία με προκαταβολές φόρων, ΦΠΑ σε κάθε βήμα και ασφαλιστικές εισφορές άνευ ανταποδοτικότητας…

Πλεονεκτήματα της περιοχής

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι η περιοχή του Νομού Λάρισας έχει διακριτό συγκριτικό πλεονέκτημα στη γεωργοκτηνοτροφική δραστηριότητα της χώρας, καθώς αποτελεί περιοχή που η ουσιαστική εκμετάλλευσή της, ως εκ του ότι έχει πλούσια αγροτική παράδοση, πλούσια εδάφη και αυξημένη ηλιοφάνεια, ευνοεί την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων, ενώ μελλοντικό συγκριτικό πλεονέκτημα για αυτό θα αποτελέσει η υιοθέτηση της δέσμης προτάσεων που αναλύονται παραπάνω. Ο πρωτογενής τομέας έχει ανάγκη από την εφαρμογή συστημάτων ολοκληρωμένης διαχείρισης και γεωργίας ακριβείας, που μέσα από ένα φιλικό οικονομικό και φορολογικό περιβάλλον θα οδηγήσει σε ρυθμούς ανάπτυξης με απτά αριθμητικά αποτελέσματα για το άμεσο μέλλον της περιοχής και της χώρας, κατά συνέπεια.