του Ζήση Γ. Τζηκαλιού, Γεωπόνος Οπωροκηπευτικών & Αμπέλου ΑΠΘ Εκπαιδευτικός MSc Γενετικής Βελτίωσης Φυτών, Αγροκομίας και Ζιζανιολογίας ΑΠΘ

Το σιτάρι, ένα φυτό που εμφανίστηκε το 4.500 π.Χ. ή και παλαιότερα. είναι συνδεδεμένο από τα αρχαία χρόνια με την ύπαρξη πολιτισμού και την οργάνωση ανθρώπινων κοινοτήτων, ενώ θα λέγαμε ότι άνθρωπος και σιτάρι μοιράζονται ως έμβια είδη μια παράλληλη εξελικτική πορεία.

Ως είδος ανήκει στα φυτά μεγάλης καλλιέργειας ή αλλιώς στις εκτατικές ή αροτριαίες καλλιέργειες ή στα δημητριακά. Βοτανικά κατατάσσεται στα αγροστώδη φυτά και από τα καλλιεργούμενα εξ αυτών αποτελεί το σημαντικότερο και το πιο διαδεδομένο είδος παγκοσμίως.

Διακρίνουμε τις ποικιλίες σε εκείνες του μαλακού και εκείνες του σκληρού σιταριού. Από τους κόκκους (σπόρους) του μαλακού σιταριού παράγεται το βασικό για τη διατροφή μας αλεύρι και στη συνέχεια το ψωμί, ενώ το ίδιο χρησιμοποιείται και στην κτηνοτροφία. Οι κόκκοι του σκληρού σίτου προορίζονται για την παρασκευή σιμιγδαλιού και ζυμαρικών. Μαζί με το καλαμπόκι και το ρύζι αποτελούν παγκοσμίως τα τρία ευρύτερα καλλιεργούμενα δημητριακά, που η επάρκεια των εθνικών ή παγκοσμίων αποθεμάτων σε αυτά, καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το επίπεδο ευημερίας των λαών και την εγχώρια ή διεθνή οικονομία, αντίστοιχα.

Αντοχή στη χαμηλή θερμοκρασία

Το σιτάρι καλλιεργείται κατά κύριο λόγο στην εύκρατη ζώνη και είναι φθινοπωρινή καλλιέργεια αλλά σε περιοχές με δριμύ χειμώνα καλλιεργείται σαν εαρινή. Με τη βαθμιαία προσαρμογή τους στις χαμηλές θερμοκρασίες, στα τέλη του φθινοπώρου με αρχές χειμώνα, τα νεαρά φυτάρια σκληραγωγούνται (από τους 10°C και κάτω) ώστε να διέλθουν τη χειμερινή περίοδο χωρίς να υποστούν βλάβες από το ψύχος, η έκταση των οποίων εξαρτάται τόσο από τη διάρκεια έκθεσής των φυτών στις χαμηλές θερμοκρασίες όσο και από την ένταση των παγετών. Συγκριτικά, το μαλακό σιτάρι παρουσιάζει μεγαλύτερη διάδοση, λόγω της ευρύτερης προσαρμοστικότητάς και αντοχής του στο ψύχος, ενώ το σκληρό αποδίδει καλύτερη ποιότητα σε ξηροθερμικά περιβάλλοντα.

Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις

Το εν λόγω φυτό παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να αξιοποιεί εκτάσεις γης μη ποτιστικές, φτωχές, άγονες ακόμα και ορεινές, που η καλλιέργεια των περισσότερων ειδών θα ήταν οικονομικά ασύμφορη.

Ιδανικό κλίμα για το σιτάρι είναι εκείνο στο οποίο επικρατούν αρκετές βροχοπτώσεις την άνοιξη, που ενισχύουν την εδαφική υγρασία ώστε το φυτό να έχει επαρκή ποσότητα νερού τόσο κατά τη βλάστηση και φύτρωση των σπόρων στην περίπτωση ανοιξιάτικης σποράς όσο και στη μετέπειτα ξηρότερη θερινή περίοδο. Ως προς το έδαφος, αυτό επιζητείται να είναι πρακτικά κατά το δυνατόν γονιμότερο, με καλή στράγγιση, αλλά με ικανότητα κατακράτησης ενός ποσοστού υγρασίας, μιας και τα σιταροχώραφα δεν αρδεύονται.

Οφέλη του οργώματος

Με το όργωμα (άροση) του χωραφιού, με άροτρο (εξ ου και η κατάταξη ως αροτριαία καλλιέργεια), γίνεται προετοιμασία του εδάφους με στόχο τη δημιουργία πρόσφορου υπόγειου περιβάλλοντος για τη μετέπειτα καλύτερη ανάπτυξη των φυτών. Με την αναμόχλευσή (ανακάτεμα) του εδάφους, βελτιώνεται η δομή του και ως εκ τούτου οι φυσικές του συνθήκες. Προκαλείται σπάσιμο της επιφανειακής κρούστας και το έδαφος γίνεται πιο αφράτο (πιο πορώδες), ιδιότητα που ευνοεί τον αερισμό του, την κατακράτηση ωφέλιμης υγρασίας και τη θέρμασή του. Καταστρέφονται τα υπάρχοντα αυτοφυή φυτά (τα λεγόμενα ζιζάνια), έρχονται στην επιφάνεια (ξεθάβονται): α) τα υπόγεια αναπαραγωγικά όργανα ορισμένων από αυτά (ριζώματα, κόνδυλοι, βολβοί), β) τα αυγά εντόμων ή και γ) τυχόν μολύσματα παθογόνων μικροοργανισμών, και νεκρώνονται εκτιθέμενα στις αντίξοες συνθήκες του περιβάλλοντος.

Το όργωμα του εδάφους πρέπει να γίνεται, έως βάθους περίπου 30 εκατοστών, μετά τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου, οπότε και το έδαφος να βρίσκεται στο ρώγο του, να είναι δηλαδή από υγρασιακής κατάστασης ευκολότερο να κατεργαστεί.

Το έδαφος του χωραφιού δεν πρέπει να είναι πολύ ξηρό ώστε να μη ζημιώνει τα γεωργικά μηχανήματα, αυτά να κινούνται ευκολότερα και να χρειάζονται λιγότερα καύσιμα. Δεν πρέπει να είναι ούτε και πολύ υγρό ώστε να μη δημιουργούνται πολύ μεγάλοι σβώλοι (χοντρά κομμάτια λάσπης) και να αποφεύγεται η συμπίεση των επιφανειακών εδαφικών στρωμάτων από το πέρασμα των γεωργικών μηχανημάτων.

Στις πλαγιές, με κλίση πάνω από 10%, το όργωμα πρέπει να γίνεται κατά τις ισοϋψείς (κάθετα στη φορά της πλαγιάς, δηλαδή κάθετα στην κατηφόρα και όχι προς τα κάτω) ή σχετικά διαγώνια, με σκοπό την αποφυγή της διάβρωσης του επιφανειακού εδάφους από τις ισχυρές βροχοπτώσεις. Λίγες ημέρες, πρακτικά, πριν από τη σπορά πρέπει να εξομαλύνεται το έδαφος (ψιλοχωμάτισμα) με τη χρήση δισκοσβάρνας ή και καλλιεργητή.

Ημερομηνία σποράς

Το σιτάρι, σύμφωνα με τις κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδας, πρέπει να σπέρνεται τη φθινοπωρινή περίοδο, τέλη Οκτωβρίου – τέλη Νοεμβρίου, ανάλογα με την περιοχή και το μικροκλίμα του χωραφιού. Γίνεται δηλαδή μια σχετική ημερομηνιακή ρύθμιση του βιολογικού κύκλου, λαμβάνοντας υπόψη την εποχή εμφάνισης των πρώτων παγετών μιας περιοχής των υψηλών θερμοκρασιών θέρους. Οι παγετοί πρέπει να αποφεύγονται στα πρώτα ευαίσθητα στάδια ανάπτυξης των φυτών και οι υψηλές θερμοκρασίες είναι ανεπιθύμητες στο στάδιο γεμίσματος των κόκκων.

Βάθος και αποστάσεις σποράς

Το βάθος σποράς των σπόρων σιταριού πρέπει να είναι στα 3-5 εκ. ή λίγο περισσότερο σε περιπτώσεις ξηρασίας για να μη στεγνώνει εύκολα το χώμα στο βάθος του σπόρου και να μην υπάρχει κίνδυνος νέκρωσής του κατά τα πρώτα στάδια βλάστησης ή φύτρωσής. Συνήθως προτιμάται η γραμμική σπορά με σπαρτική μηχανή, με απόσταση μεταξύ των γραμμών στα 15-20 εκ. και απόσταση των φυτών επί της γραμμής σποράς στα 2-2,5 εκ. Για την αποσαφήνιση των όρων αναφέρεται ότι «βλάστηση» του σπόρου είναι πρακτικά το σκάσιμό του, λόγω της διόγκωσής του από την εδαφική υγρασία, και η εμφάνιση του ριζιδίου, που θα γίνει αργότερα ρίζα. Από την άλλη, «φύτρωση» του σπόρου είναι η έξοδος του νεαρού βλαστιδίου από το έδαφος, καθώς αυτό αναπτυσσόμενο μέσα από το σπόρο ανεβαίνει μέσα στο χώμα προς τα πάνω. Το βλαστίδιο αυτό θα δώσει σιγά σιγά το νέο υπέργειο πράσινο τμήμα του φυτού (στο σιτάρι: το καλάμι και τα φύλλα).

Ποσότητα σπόρου

Δεδομένου ότι για μια πολύ καλή απόδοση απαιτούνται περίπου 450.000-550.000 φυτά / στρέμμα και γνωρίζοντας το βάρος χιλίων σπόρων (διαφέρει σχετικά ανά ποικιλία και 1.000 σπόροι συνήθως ζυγίζουν περίπου 30-40 γραμμ.), μπορούμε να υπολογίσουμε την ποσότητα του σπόρου που θα χρησιμοποιήσουμε για τη σπορά κάθε στρέμματος (πρακτικά περίπου 16-25 κιλά). Προληπτικά, στην πράξη η ποσότητα αυτή είναι ελαφρώς αυξημένη σε σχέση με τη θεωρητικά επιζητούμενη προκειμένου να αντισταθμιστούν τυχόν απώλειες σπόρων από μικρή σχετικά βλαστική ικανότητά τους ή μικρή ικανότητα αδελφώματος της ποικιλίας ή ζημιές λόγω ψύχους ή απώλειες από τα πουλιά. Ενεργούμε με τον τρόπο αυτό, ώστε να μην υπάρξουν κενά σημεία στο χωράφι (αφύτρωτες κηλίδες γης) αλλά έχοντας πάντα κατά νου πως και η πολύ πυκνή σπορά δεν είναι επιθυμητή, διότι δίνει ψηλά φυτά που πλαγιάζουν (όπως το ίδιο πρόβλημα δημιουργείται και από το πολύ εδαφικό άζωτο).

Θρεπτικές ανάγκες των φυτών

Γενικά, με τη συγκομιδή των φυτικών προϊόντων (είτε σιτηρών είτε φρούτων είτε λαχανικών κ.λπ.) αφαιρείται έμμεσα από το έδαφος μια ποσότητα θρεπτικών στοιχείων, που είχε συσσωρευτεί σε αυτά, ανάλογη με το είδος του προϊόντος και το μέγεθος της παραγωγής. Περίπου το 60-80% του αζώτου και το 65-85% του φωσφόρου που απορροφάται από τις ρίζες συσσωρεύεται στους κόκκους του σιταριού, εν αντιθέσει με το 80-85% του καλίου που συσσωρεύεται στα βλαστικά στελέχη και τα φύλλα (εκτός κόκκων). Επιπλέον, ολόκληρη σχεδόν η ποσότητα του καλίου προσλαμβάνεται έως το στάδιο της άνθησης, αυτή του φωσφόρου έως ένα μήνα περίπου πριν από την ωρίμανση και αυτή του αζώτου συνεχίζεται έως και την ωρίμανση. Οταν ένα χωράφι καλλιεργείται και συγκομίζεται επί σειρά ετών, καθίσταται ευνόητο πως για απρόσκοπτη παραγωγικότητα πρέπει να γίνεται κατ’ έτος, με εφαρμογή λιπάσματος, μια σχετική αναπλήρωση τουλάχιστον εκείνων των εδαφικών στοιχείων που απορροφώνται από τις ρίζες σε μεγαλύτερες ποσότητες.

Λίπανση του εδάφους

Η ποσότητα και η ποιότητα της παραγωγής επηρεάζεται σημαντικά από τη λίπανση, όμως το είδος και η ποσότητα του προτεινόμενου λιπάσματος μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με: α) το είδος σίτου (μαλακό ή σκληρό) που θα σπαρεί, β) την ποικιλία (μικρή ή μεγάλη αντοχή στο πλάγιασμα), γ) τις εδαφοκλιματικές συνθήκες (βροχές ή ξηρασία), δ) την αναμενόμενη απόδοση (κιλά/στρ.), ε) το είδος της προηγούμενης καλλιέργειας (κάθε καλλιέργεια έχει και διαφορετικές απαιτήσεις θρέψης), στ) το είδος της προηγούμενης λίπανσης και ζ) το κόστος του λιπάσματος.

Συνολικά, συστήνεται κατά περίπτωση η χορήγηση, για όλη την καλλιεργητική περίοδο, συνήθως 13-18 kg καθαρού N /στρ. (κατά περίπτωση 5-8 kg P2O5 /στρ. ή και 0-8 kg K2O /στρ.) για το μαλακό σιτάρι και 12-16 kg καθαρού N /στρ. (κατά περίπτωση 4-5 kg P2O5 /στρ. ή και 0-8 kg K2O /στρ.) για το σκληρό σιτάρι. Ανάλογα με τη χημική σύσταση, δηλαδή το είδος και την περιεκτικότητα σε θρεπτικά στοιχεία, του λιπάσματος που θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει ο παραγωγός, τα κιλά ανά στρέμμα θα διαφέρουν και καθορίζονται με γνώμονα την παραπάνω προτεινόμενη δοσολογία, σε συνεργασία με τον τοπικό γεωπόνο.

Βασική λίπανση (1η δόση λιπάσματος)

Γενικά, η λίπανση διακρίνεται σε βασική και επιφανειακή. Κατά τη βασική λίπανση χορηγείται και ενσωματώνεται στο έδαφος, είτε α) σε παράλληλες γραμμές προς αυτές της σποράς και λίγο βαθύτερα από το σπόρο είτε β) σε όλη την έκταση πριν ή κατά τη σπορά του σιταριού, η μισή ποσότητα του προαναφερθέντος απαιτούμενου αζώτου, σε αμμωνιακή μορφή. Η μορφή αυτή του αζώτου επιτρέπει τη σταδιακή αποδέσμευση του θρεπτικού στοιχείου στο έδαφος ως αφομοιώσιμο και ανάλογα τη σταδιακή χρήση του από τα φυτά. Με την αμμωνιακή μορφή προστατεύουμε το άζωτο από τις βροχές και τα χιόνια του χειμώνα, διότι προκαλούν έκπλυση και μετακίνηση του στοιχείου σε βάθος που δε φτάνουν να το προσλάβουν οι ρίζες. Κατά τη βασική λίπανση, στη σπορά, χορηγείται επιπλέον ολόκληρη η ποσότητα του φωσφόρου ή και του καλίου (χορηγείται μόνο όταν αυτό απαιτείται), τα οποία αντίθετα με το άζωτο, ως δυσδιάλυτα στοιχεία, ευνοούνται από τις βροχές ή τα χιόνια. Τους δίνεται δηλαδή από τη σπορά, ο χρόνος να διαλυτοποιηθούν (σίγουρα, βραδύτερα από το άζωτο) και να προλάβουν να μεταφερθούν λίγα εκατοστά βαθύτερα στο έδαφος για να χρησιμοποιηθούν την κατάλληλη στιγμή από το μελλοντικά ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα.

Επιφανειακή λίπανση (2η δόση λιπάσματος)

Κατά την επιφανειακή λίπανση χορηγείται χωρίς ενσωμάτωση, νωρίς την άνοιξη (τέλη Φεβρουαρίου – μέσα Μαρτίου), η άλλη μισή ποσότητα του απαιτούμενου αζώτου, για να ενισχυθεί το αδέλφωμα των φυτών (στάδιο έκπτυξης νέων βλαστικών στελεχών από οφθαλμούς της βάσης του φυτού). Μάλιστα, στο σκληρό σιτάρι επιδρά θετικά στην ποιότητα των κόκκων, η χορήγηση του επιφανειακού αζώτου σε δύο δόσεις, μία στο αδέλφωμα και μία λίγο πριν από το ξεστάχιασμα (στάδιο εμφάνισης της ταξιανθίας – λίγες ημέρες πριν από την άνθηση). Καλό είναι το επιφανειακό λίπασμα να περιέχει άζωτο εν μέρει σε αμμωνιακή και εν μέρει σε νιτρική μορφή, αφενός για σταδιακή αποδέσμευση του αμμωνιακού αζώτου στα φυτά (εν μέρει προστασία του από έκπλυση / ξέπλυμα) και αφετέρου για άμεση διαλυτοποίηση του νιτρικού αζώτου, διήθηση στο έδαφος και πρόσληψή του από τα φυτά (άμεση κάλυψη των αναγκών του φυτού / άμεση αφομοίωσή του νιτρικού αζώτου). Μετά την επιφανειακή λίπανση, βροχές μέτριας έντασης και διάρκειας είναι απαραίτητες για τη διαλυτοποίηση, διήθηση και απορρόφηση του λιπάσματος από τα φυτά. Αργοπορημένη εφαρμογή λιπάσματος σε περίοδο ξηροθερμικών συνθηκών είναι αναποτελεσματική και ανώφελη, διότι με χαμηλή εδαφική υγρασία οι ρίζες αδυνατούν να απορροφήσουν επαρκείς ποσότητες νερού με διαλυμένα σε αυτό θρεπτικά στοιχεία.

Λίπανση σιταροχώραφων στην πράξη (1η & 2η δόση)

Γενικότερα, η λίπανση δεν πρέπει να είναι γενικευμένη αλλά να εφαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε χωραφιού, όπως αυτές υποδεικνύονται από την εδαφολογική του ανάλυση. Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις, στην πράξη, τα λιπάσματα μπορεί να χορηγούνται σε δύο δόσεις (και όχι σε τρεις, για μείωση του κόστους παραγωγής / καύσιμα, μεροκάματα).

Η πρώτη δόση λιπάσματος χορηγείται, με ενσωμάτωση, πριν ή κατά τη σπορά του σιταριού, με έναν από τους εξής τύπους και αντίστοιχες ποσότητες λιπασμάτων: α) θειοφωσφορική αμμωνία 20-10-0 με 35 κιλά / στρ., β) θειοφωσφορική αμμωνία 16-20-0 με 30 κιλά / στρ., γ) αμμωνιακό λίπασμα 25-15-0 με 20-25 κιλά / στρ., δ)  λίπασμα με άζωτο υπό μορφή ουρίας 36-16-0 με 13 κιλά / στρέμμα. Τα λιπάσματα που περιέχουν άζωτο υπό μορφή ουρίας είναι ακόμα πιο πυκνά και πιο δυσδιάλυτα από τα αμμωνιακά, ενώ επακόλουθα το άζωτο αποδίδεται στα φυτά ως νιτρικό με ακόμα βραδύτερο ρυθμό και δύσκολα ξεπλένεται στα βαθύτερα στρώματα του εδάφους από το νερό της βροχής και του λιωμένου χιονιού.

Η δεύτερη δόση χορηγείται νωρίς την άνοιξη, επιφανειακά, με περίπου 15-25 κιλά νιτρικής αμμωνίας / στρ. (νιτρικό λίπασμα 34,5-0-0, που περιέχει το άζωτο κατά 50% σε νιτρική και 50% σε αμμωνιακή μορφή), αναλόγως πάντα του τύπου και της ποσότητας του ήδη χορηγηθέντος βασικού λιπάσματος.