Σε μια περίοδο όπου το συνεταιριστικό κίνημα στη χώρα μας αναζητά τη νέα του ταυτότητα -το παλιό μοντέλο ανάπτυξής του αμφισβητήθηκε το τελευταίο διάστημα έντονα-, τα Αμπελάκια είναι η περιοχή που πριν από σχεδόν 230 χρόνια άνοιξε τον δρόμο της κοινής προσπάθειας. Και ήταν αυτή η προσπάθεια που πέρασαν στην παγκόσμια ιστορία και η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στην οργάνωση και ανάπτυξη της οικονομικής τους ζωής, με την ίδρυση και λειτουργία ενός πρότυπου συνεργατικού συνεταιρισμού όλων των κατοίκων.

Η επιτυχημένη, δε, λειτουργία του συνεταιρισμού δεν συνδέθηκε μόνο με την οικονομική ζωή, αλλά με τον ίδιο τον πολιτισμό και την εξέλιξη ολόκληρης της περιοχής. Ηταν τότε η περίοδος που οι συνεταιρισμοί στην αρχική τους μορφή άρχισαν να εμφανίζονται και στη χώρα μας. Τέτοιες συνεργατικές μορφές ήταν: της Θράκης, των σφουγγαράδων Αιγίνης, οι θεσσαλικές συντροφιές Αμπελακίων – Τυρνάβου – Αγιάς – Ζαγοράς κ.λπ., καθώς και οι ναυτικοί συνεταιρισμοί των νησιών Υδρας – Σπετσών – Ψαρών, Σύμης, Σαντορίνης και των ναυτικών πόλεων Μεσημβρίας, Γαλαξιδίου και Κρανιδίου. Ωστόσο, η σημαντικότερη οργάνωση στην Ελλάδα έγινε πραγματικότητα στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Το πρωτοπόρο χαρακτηριστικό του εγχειρήματος εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν ήταν μια απλή οργάνωση. Ηταν συνεταιρισμός εμπόρων, τεχνιτών, γεωργών και εργατών παρασκευής κόκκινων νημάτων των Αμπελακίων από το φυτό ερυθρόδανον (ριζάρι, που οι ρίζες του δίνανε το άλικο κόκκινο χρώμα, το οποίο είχε την ιδιότητα να μην ξεθωριάζει από τον ήλιο και τον χρόνο).

Ο συνεταιρισμός των Αμπελακίων ιδρύθηκε το 1788 και διαλύθηκε 23 χρόνια αργότερα, το 1811.

Οι Αμπελακιώτες είχαν αναπτύξει τη νηματουργία σε μεγάλο βαθμό.Το βαμβάκι που χρησιμοποιούσαν το προμηθεύονταν κυρίως από την Κοιλάδα των Τεμπών, όπου καλλιεργούνταν συστηματικά και υπήρχε σε μεγάλες ποσότητες, ενώ επίσης -κυρίως όταν δεν αρκούσε η ποσότητα και οι παραγγελίες ήταν μεγάλες- από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και τη Μικρά Ασία. Οι Αμπελακιώτες έγνεθαν το βαμβάκι στη ρόκα, στο αδράχτι και στην τσικρίκα και μετά το έβαφαν με τη βοήθεια του ριζαριού κόκκινο.

Οι κάτοικοι της περιοχής έλυσαν και το πρόβλημα της διάθεσης σχετικά εύκολα για την εποχή, σε συνεργασία με τους Ηπειρώτες εμπόρους, οι οποίοι τους έδειξαν το δρόμο προς την Αυστρία και τη Γερμανία, ώστε να εξάγουν τα κόκκινα νήματα στην Ευρώπη.

Τα πρώτα δείγματα έκαναν τεράστια αίσθηση στους Ευρωπαίους, με συνέπεια την αυξημένη ζήτηση. Για την κάλυψη των αναγκών, γύρω στα 1750-1760 σχηματίστηκε η πρώτη συντροφιά οικογενειακής μορφής. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια λειτουργούσαν στα Αμπελάκια συνολικά πέντε συντροφιές, στις οποίες απασχολούνταν περίπου χίλιοι τεχνίτες.

Οι συντροφιές αυτές ήταν του Ν. Πέσιου, του Αρσένη Χατζηπρασσά, του Δροσινού Χατζηϊβου, του Γ. Παπαευθυμίου και του Γεωργίου Σβαρτς. Στα 1778, ύστερα από πρωτοβουλία των αρχηγών των συντροφιών, αποφασίστηκε η ένωση όλων των συντροφιών σε μια Κοινή Συντροφιά με την επωνυμία «Κοινή Συντροφία και Αδελφότης των Αμπελακίων», επειδή άρχισε ανάμεσα στις πέντε συντροφιές ένας επιζήμιος ανταγωνισμός, αλλά και γιατί οι παραγγελίες κάθε μέρα πολλαπλασιαζόταν. Πρόεδρος του συνεταιρισμού αυτού ήταν για όλη τη διάρκειά του ο Γεώργιος Μαύρος (Σβαρτς), ο οποίος ήταν γιος μεγαλέμπορου, γεννήθηκε στα Αμπελάκια το 1738 και πέθανε στη Βιέννη το 1818 σε ηλικία 80 ετών.

Λειτουργία σαν ρολόι…

Ολοι οι Αμπελακιώτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ήταν μέτοχοι σε αυτήν τη θαυμάσια συνεταιριστική επιχείρηση. Οι γαιοκτήμονες συμμετέχουν με τα χωράφια τους, οι κεφαλαιούχοι με τα χρήματά τους, οι τεχνίτες και οι εργάτες με την εργασία τους. Το κατώτερο ποσό που μπορούσε να καταθέσει κανείς (για να έχει μια συνεταιριστική μερίδα) ήταν 5.000 γρόσια (δηλαδή 1.700 φράγκα), ενώ το μεγαλύτερο 20.000 γρόσια (δηλαδή 6.800 φράγκα). Ο περιορισμός αυτός μπήκε για να αποφευχθεί η κυριαρχία του συνεταιρισμού από τους μεγάλους κεφαλαιούχους. Οι τελευταίοι, καθώς και όσοι διέθεταν περισσότερα από 20.000 γρόσια, τα κατάθεταν στο κοινοτικό ταμιευτήριο με ετήσιο τόκο 12%. Τα μέλη του Συνεταιρισμού στα 1780 ανέρχονταν σε 6.000.

Ο συνεταιρισμός διέθετε συνολικά 24 εργαστήρια, τα οποία ήταν πλυντήρια, βαφεία και εκεί γινόταν όλη η επεξεργασία και στη συνέχεια η παραγωγή του τελικού προϊόντος, που ήταν τα κόκκινα (άλικα) νήματα, τα οποία στη συνέχεια εξάγονταν στο εξωτερικό.

Οι παραγωγοί, όταν παρέδιδαν το βαμβάκι, το εκτιμούσε ειδική επιτροπή και έπαιρναν προκαταβολή τη μισή αξία του και την άλλη μισή στο τέλος της χρονιάς, μετά το κλείσιμο του ετήσιου λογαριασμού, και με την πρόσθεση των κερδών που αναλογούσαν. Οι εργάτες είχαν ο καθένας ανοιχτό πιστωτικό λογαριασμό με βάση τα ημερομίσθιά τους. Κάθε εργάτης μπορούσε να τραβά από τις πιστώσεις τα αναγκαία ποσά για τη συντήρηση της οικογένείας του και άλλα έξοδα και στο τέλος της χρονιάς γινόταν και σε αυτούς εκκαθάριση, μετά την πρόσθεση στη μερίδα τους των κερδών που τους αναλογούσαν. Η γενική συνέλευση των μελών του Συνεταιρισμού, που ήταν το κυρίαρχο σώμα, αποφάσιζε για την τροποποίηση του καταστατικού και όλα τα άλλα γενικά ζητήματα. Η Γ.Σ. κάθε τρία χρόνια εξέλεγε ένα πενταμελές διοικητικό συμβούλιο και μια δωδεκαμελή εξελεγκτική επιτροπή.

Το διοικητικό συμβούλιο είχε τη γενική και υπεύθυνη διεύθυνση των εργασιών του Συνεταιρισμού, την ευθύνη τήρησης των διαφόρων λογιστικών βιβλίων, καθώς και την ευθύνη διορισμού των υπαλλήλων στα κέντρα του εξωτερικού. Επίσης ίδρυε και οργάνωνε τα διάφορα πρακτορεία και υποκαταστήματα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η εξελεγκτική επιτροπή έλεγχε όλα τα στοιχεία της οικονομικής διαχείρισης του Συνεταιρισμού, τα οποία ήταν υποχρεωμένο το διοικητικό συμβούλιο να υποβάλει σ’ αυτήν κάθε τρίμηνο, καθώς και τον ετήσιο ισολογισμό και απολογισμό. Είχε, ως ανώτατο όργανο, ευρύτατα δικαιώματα και στην ετήσια γενική συνέλευση υπέβαλε λεπτομερή έκθεση για όλη την κίνηση του συνεταιρισμού. Η Γ.Σ. στο τέλος της οικονομικής χρονιάς διένειμε τα κέρδη ως εξής:

Αφαιρούσε τους φόρους που χρωστούσε η κωμόπολη στους Τούρκους. Επειτα αφαιρούσε τα διάφορα έξοδα του Συνεταιρισμού και κατόπιν χώριζε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για τους φτωχούς, τους αρρώστους και τους διάφορους αναξιοπαθείς συγχωριανούς, για να αγοραστεί σιτάρι και άλλα αναγκαία τρόφιμα ή φάρμακα για τις οικογένειές τους. Στη συνέχεια έβαζαν στην άκρη ένα μεγάλο ποσό για τις διάφορες δωροδοκίες των πασάδων και για την περιποίηση των διάφορων υψηλών ξένων της Ευρώπης που φιλοξενούνταν στα Αμπελάκια, για να κερδίσουν την εύνοια τους για τις υποθέσεις του Συνεταιρισμού. Στη συνέχεια αφαιρούσαν τα έξοδα των σχολείων, των εκκλησιών, της κατασκευής δρόμων, νοσοκομείων και οτιδήποτε άλλο ήταν απαραίτητο για την κωμόπολη. Και τέλος μοιράζονταν τα κέρδη στους γαιοκτήμονες, τους κεφαλαιούχους, τους τεχνίτες, τους εργάτες, τους υπαλλήλους κ.ο.κ.

Τα κυριότερα εμπορικά πρακτορεία και υποκαταστήματα του Συνεταιρισμού ήταν στη Βιέννη (το κεντρικό), καθώς και σε Λειψία, Δρέσδη, Μπαϊρόιτ, Λονδίνο, Αμστερνταμ, Αμβούργο, Μασσαλία, Τεργέστη, Βουδαπέστη, Οδησσό, Λιόν, Ρουέν, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Θεσσαλονίκη, όπου υπήρχαν μεγάλες ελληνικές παροικίες. Ολοι οι πράκτορες, αντιπρόσωποι και υπάλληλοι των ευρωπαϊκών πρακτορείων ήταν Αμπελακιώτες και μέλη του Συνεταιρισμού. Πολλοί από αυτούς εργάζονταν και συγχρόνως σπούδαζαν στα διάφορα πανεπιστήμια. Οι αντιπρόσωποι άλλαζαν συχνά, ώστε να πηγαίνουν εκ περιτροπής όσο το δυνατόν περισσότεροι Αμπελακιώτες στο εξωτερικό για να βλέπουν και να μαθαίνουν περισσότερα και να μεταφέρουν τον πολιτισμό στα Αμπελάκια. Επίσης, για τη μεταφορά των νημάτων τους στην Ευρώπη το έτος 1797 παρήγγειλαν δικό τους καράβι, το «Καλυψώ».

Γιατί κατέρρευσε η… ολλανδική κωμόπολη

Το άφθονο χρήμα, η μόρφωση και η συνεχής επαφή με την Ευρώπη έκαμαν τα Αμπελάκια να μοιάζουν μια ωραία και σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη και πολλοί ξένοι περιηγητές τα αναφέρουν ως ολλανδική κωμόπολη, ενώ εξαιτίας της ευημερίας τους χτίστηκαν θαυμαστά οικοδομήματα -αρχοντικά-, όπως του Γεωργίου Σβαρτς (1787-1798). Δυστυχώς, όμως, ο περίφημος αυτός Συνεταιρισμός κράτησε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και διαλύθηκε οριστικά στα 1812. Τα αίτια της παρακμής ήταν:

– Ο κλονισμός της ευρωπαϊκής οικονομίας από τους Ναπολεόντιους πολέμους, και ιδιαίτερα η χρεοκοπία του αυστριακού Δημοσίου και η πτώχευση των αυστριακών τραπεζών, στις οποίες οι Αμπελακιώτες είχαν τις περισσότερες καταθέσεις τους.

– Η εφεύρεση της ανιλίνης, που είχε ως αποτέλεσμα την ωραιότερη, φθηνότερη, ανεξίτηλη και σε ποικίλους χρωματισμούς βαφή των νημάτων, ώστε να σταματήσει η ζήτηση στις ευρωπαϊκές αγορές των αμπελακιώτικων εμπορευμάτων.

– Ο φθόνος του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που τον ώθησε από τη μια μεριά να βάλει δυσβάστακτους φόρους στην Κοινότητα και από την άλλη να απαγορεύσει στους υπηκόους του να αγοράζουν από τα Αμπελάκια τα φέσια τους, φέρνοντας ο ίδιος φέσια από την Τύνιδα.

– Η πανούκλα που εμφανίστηκε στα 1812 και θέρισε κυριολεκτικά τους κατοίκους των Αμπελακίων. Ανάγκασε πολλούς Αμπελακιώτες, και προ πάντων τα στελέχη του Συνεταιρισμού, αυτούς δηλαδή που ταξίδευαν, να εγκαταλείψουν την κοινότητα και να φύγουν σε άλλα μέρη.