Του Αντώνη Μαλάμη, συμβούλου διοίκησης και ανάπτυξης του συνεταιρισμού ΘΕΣγη

Το θεσμικό πλαίσιο, όπως έχει σήμερα (δεν προβλέπεται κάποια αλλαγή του), δίνει την δυνατότητα σύστασης Ομάδας Παραγωγών (Ο.Π.) εντός υφιστάμενου συνεταιρισμού.

Η δυνατότητα αυτή σημαίνει ότι με το ίδιο ΑΦΜ (του συνεταιρισμού) μπορούν να δημιουργηθούν παραπάνω από μία Ο.Π.

Αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς, αφού έτσι κερδίζουν:

  • Χρόνο, αφού δεν θα χρειαστεί να εμπλακούν σε νέες γραφειοκρατικές διαδικασίες δημιουργίας νέου φορέα με νέο ΑΦΜ, με ό,τι αυτό σημαίνει για τους γνωρίζοντες και μη.
  • Χρήμα, αφού δεν θα πραγματοποιηθούν νέα έξοδα σύστασης, υποστήριξης και λειτουργίας του νέου φορέα και, το σημαντικότερο, αυτές οι δαπάνες θα διαχέονται στο συνολικό λειτουργικό κόστος του συνεταιρισμού, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας.
  • Εμπειρία, ατομική και συλλογική, στην ανάπτυξη Ο.Π. με ποιοτικά κριτήρια ικανά να αντέξουν στον ανταγωνισμό της αγοράς, παρέχοντας στον παραγωγό την ευκαιρία να επιλέξει να συμμετάσχει και σε δεύτερη και σε τρίτη Ο.Π., βελτιώνοντας το οικονομικό αποτέλεσμα από τις παραγωγές του.

Τα παραπάνω επιχειρήματα έχουν ισχύ και σε αντίστροφη προσέγγιση.

Σήμερα όλο και περισσότεροι παραγωγοί αντιλαμβάνονται ότι η ενασχόλησή τους με την παραγωγή πρέπει να σταματήσει να είναι μια μοναχική υπόθεση κι αποφασίζουν να συμμετάσχουν σε συλλογικά όργανα. Με ποια κριτήρια, όμως, πρέπει να γίνεται αυτό;

Ο νόμος μπορεί να ορίζει ότι και πέντε παραγωγοί μπορούν να συστήσουν μια Ο.Π. Για πολλούς φαίνεται να είναι και το πιο εύκολο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και προτιμητέο. Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται με συνυπολογισμό των παραπάνω κριτηρίων.

Με άλλα λόγια, το μέγεθος στο στήσιμο μιας παραγωγικής οργάνωσης είναι καθοριστικό για τη βιωσιμότητά της, όπως επίσης και η ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών, ειδικά όταν μιλάμε για αγροτική παραγωγή.

Από την άλλη, η ύπαρξη περισσοτέρων από μία Ο.Π. στο ίδιο ΑΦΜ δημιουργεί το καθήκον, στη περίπτωσή μας στον συνεταιρισμό, να μπορεί να παρακολουθεί, να τηρεί και να δείχνει το κόστος ανά παραγωγή.

Με άλλα λόγια, το λογιστήριο να έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει κέντρα κόστους ανά παραγωγή.

Μόνο έτσι θα μπορέσει κάθε Ο.Π. να έχει τα καθόλου ευκαταφρόνητα οφέλη από τα αντίστοιχα προγράμματα στήριξης των λειτουργικών της δαπανών ή των επενδυτικών της προγραμμάτων, αφού θα είναι σε θέση να δείχνει τα ακριβή κόστη που της αναλογούν.

Αυτό απαιτεί ισχυρή και επαρκή διοίκηση που στη δράση της θα πλαισιώνεται από έμπειρα, δοκιμασμένα και αποτελεσματικά στελέχη της αγοράς. Ετσι, με τον τρόπο αυτό, θα χτιστούν παραγωγικές συλλογικότητες στην ύπαιθρο, συσπειρώνοντας δυνάμεις της παραγωγής στη βάση με ισοτιμία και κοινά συμφέροντα, μοναδική απάντηση στο επίπεδο οργάνωσης της παραγωγής απέναντι στη κρίση – και όχι μόνο.