Οι παραγωγοί περνούν στην αντεπίθεση. Νέοι συνεταιρισμοί γεννιούνται μέσα στην κρίση, διακρίνονται και ανοίγουν δρόμο για το μέλλον. Αφήνοντας πίσω τους τις παθογένειες του παρελθόντος, αγρότες και κτηνοτρόφοι, νέοι οι περισσότεροι σε ηλικία, οργανώνουν την παραγωγή σε σύγχρονα πρότυπα, συνεργάζονται και κερδίζουν. Το επιτυχημένο συνεταιριστικό εγχείρημα του ΘΕΣγάλα είναι ένα από αυτά που χάραξαν πορεία.

«Είναι ο μόνος τρόπος για να έχει μια προοπτική η κτηνοτροφία. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και η ισχύς βρίσκεται εν τη ενώσει», εξηγεί περιγράφοντας τη δική του εμπειρία ο Μιχάλης Τζίμας, επικεφαλής της Συνεταιριστικής Κίνησης Ιωαννίνων, που παράγει τα προϊόντα με την επωνυμία «Γιαννιώτικο». Η προσπάθειά τους ξεκίνησε μόλις τον Ιανουάριο του 2015 και μετρά ήδη θετικά αποτελέσματα. «Στη δική μας περίπτωση το θέμα της Δωδώνης επιτάχυνε κάποιες εξελίξεις που στην υπόλοιπη Ελλάδα προϋπήρχαν. Και ο κόσμος αγκάλιασε τις κινήσεις μας. Σήμερα ο συνεταιρισμός αποτελείται από 23 μέλη, έχει ετήσιο τζίρο της τάξης των 400.000 ευρώ, ενώ σχεδιάζουμε την ανάπτυξη ενός τυροκομείου -κάτι για το οποίο χρειαζόμαστε τη βοήθεια του κράτους- και την επέκτασή μας στην παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων της περιοχής που έχουν εξαφανιστεί ή τείνουν να εξαφανιστούν». Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλα ρόδινα για τους συνεταιρισμούς που ξεκινούν σε μια εχθρική οικονομική συγκυρία. «Περιμένουμε εδώ και μήνες να ψηφιστεί το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις ομάδες των παραγωγών», λέει ο κ. Τζίμας. «Το άλλο θέμα είναι το χρηματοοικονομικό, οι πόρτες στις τράπεζες ανοίγουν δύσκολα ή μάλλον καθόλου την στιγμή που χρειάζονται κεφάλαια».

Ο ΘΕΣγη, το Γιαννιώτικο, ο Βοσκός και ο «Θρακών Αμνός», που παρουσιάζει σήμερα η «ΑΓΡΟBUSINESS» είναι ορισμένοι από τους συνεταιρισμούς της χώρας που κάνουν τη συνεταιριστική δράση να αποκτά άλλη διάσταση εν μέσω ύφεσης.

Βοσκός

Σε ένα χωριό της Θεσσαλίας σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, που φιλοξενεί 60.000 αιγοπρόβατα και έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της γονιμότητας του εδάφους του, γεννήθηκε το 2007 ένας από τους πιο επιτυχημένους συνεταιρισμούς τον καιρό της κρίσης. Ο συνεταιρισμός Βοσκός, με έδρα το Λιβάδι Ολύμπου. Μια ομάδα νέων ανθρώπων που είχε ήδη ως βασική ενασχόληση την κτηνοτροφία θέλησε με αυτόν τον τρόπο να βάλει φρένο στο φαινόμενο της αστυφιλίας και στην οικονομική συρρίκνωση που είχαν ρημάξει ορεινά και ημιορεινά χωριά σαν το δικό τους.

Εννέα χρόνια αργότερα, δείχνουν να τα έχουν καταφέρει: Διαχειρίζονται περίπου 1.000 τόνους γάλα τον χρόνο και παράγουν έξι είδη τυριών, παραδοσιακό γιαούρτι και βούτυρο.

Τα προϊόντα µε το σήµα Βοσκός διατίθενται σε περισσότερα από 30 καταστήµατα και λαϊκές αγορές της Πιερίας, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, της Πτολεμαΐδας και της Αθήνας, όπως επίσης και στο πρατήριο του συνεταιρισµού στο Λιβάδι.

Ο συνεταιρισμός κάνει ήδη εξαγωγές φέτας στη Γερμανία και ετοιμάζει άνοιγμα στη γαλλική αγορά με ένα καινοτόµο προϊόν που παρήγαγε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράµµατος Lactimed σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας. Πρόκειται για φέτα εμβαπτισμένη σε έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και πλαισιωμένη από αρωματικά φυτά και βότανα από τον Ολυμπο.

Ο Βοσκός διαθέτει 5.000 ζώα και συµµετέχει στο κίνηµα «Χωρίς Μεσάζοντες».

Θρακών Αμνός

Το πρώτο κατάστημά του με αυτόματους πωλητές γίδινου γάλακτος έχει ήδη φτιαχτεί στην Αλεξανδρούπολη και ετοιμάζεται να ανοίξει τις επόμενες ημέρες τις πύλες του στο κοινό.

Ο καταναλωτής θα έχει τη δυνατότητα να αποθηκεύει το γάλα σε δικό του σκεύος ή να προμηθεύεται μπουκάλι από τον αυτόματο πωλητή. Με αυτόν τον τρόπο, στο πρότυπο του ΘΕΣγάλα, οι υπεύθυνοι εκτιμούν ότι θα πωλούνται 400 λίτρα γάλακτος ημερησίως, ενώ στα σχέδιά τους βρίσκεται και η εγκατάσταση δεύτερου πωλητή σε μικρό χρονικό διάστημα στην Κομοτηνή.

Είναι μια από τις καινοτομίες που έχει υιοθετήσει ο Συνεταιρισμός Θρακών Αμνός, ένα «παιδί» της οικονομικής κρίσης. Συστάθηκε το 2012 από αιγοπροβατοτρόφους του Εβρου με στόχο τη δυναμική αντιμετώπιση των κοινών τους προβλημάτων και την απαλλαγή των κτηνοτρόφων από τη γραφειοκρατία.

Ο συνεταιρισμός έχει σήμερα 160 μέλη, εμφανίζει 1 εκατομμύριο λίτρα ετήσια παραγωγή γίδινου γάλακτος, ενώ τα μέλη του παράγουν περισσότερο από το ένα τρίτο αιγοπρόβειου γάλακτος της συνολικής παραγωγής στον νομό Εβρου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τα χρόνια λειτουργίας του ο συνεταιρισμός δεν έχει λάβει καμία επιχορήγηση και ότι ο κάθε παραγωγός του πληρώνεται με διαφορετική τιμή ανάλογα με την ποιότητα του γάλακτος που παραδίδει.

Μακροπρόθεσμα, οι άνθρωποι του συνεταιρισμού σκοπεύουν να προχωρήσουν στη δημιουργία μίνι μάρκετ σε συνεργασία με αγρότες και κτηνοτρόφους της Β. Ελλάδας μέσω των οποίων θα διανέμονται φθηνά ποιοτικά προϊόντα, η αξία των οποίων δεν θα χάνεται σε μεσάζοντες.

ΘΕΣγη

Με την πεποίθηση ότι το μέλλον της γεωργίας βρίσκεται στη συνένωση δυνάμεων, τον Φεβρουάριο του 2013 μια ομάδα νέων Θεσσαλών παραγωγών προχώρησε στη σύσταση του συνεταιρισμού ΘΕΣγη. Τα πεπραγμένα αυτών των ετών τούς δικαίωσαν: Στο πλαίσιο της συμβολαιακής γεωργίας, ο συνεταιρισμός έχει καταφέρει να αναπτύξει σημαντικές συνεργασίες με άλλους συνεταιρισμούς αλλά και με μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, όπως ο Μπάρμπα Στάθης, για την προώθηση της παραγωγής του. Διαθέτει μεγάλη γκάμα προϊόντων, που περιλαμβάνει δημητριακά, ψυχανθή, βαμβάκι και κηπευτικά, ενώ έχει, επίσης, προχωρήσει στη μεταποίηση δημητριακών καρπών παράγοντας συνθέσεις αλεύρων τα οποία εμπορεύεται στη Θεσσαλία και την Αττική.

Ενα από τα παραδείγματα της επιτυχημένης δράσης του είναι η καλλιέργεια σκόρδου, μια δυναμική καλλιέργεια με μεγάλη εγχώρια ζήτηση, η οποία, όμως, καλύπτεται στη συντριπτική της πλειονότητα από εισαγωγές. Η Ομάδα Παραγωγής Σκόρδου αποτελείται από 14 παραγωγούς που καλλιεργούν συνολικά περισσότερα από 150 στρέμματα, προσαρμοζόμενοι στα νέα δεδομένα της εποχής. Προέρχονται από την περιοχή του Πλατυκάμπου, η οποία διαθέτει μακρά παράδοση στο σκόρδο, και θεωρούν πως το «Σκόρδο Πλατυκάμπου» θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα από τα ισχυρότερα brands ελληνικών παραδοσιακών προϊόντων του συνεταιρισμού.

Με 72 μέλη αγρότες-παραγωγούς, καλλιεργήσιμες εκτάσεις άνω των 25.000 στρεμμάτων και με μια μεγάλη ποικιλία καλλιεργούμενων ειδών φυτών, ο συνεταιρισμός εδρεύει στη Λάρισα, αλλά εκτείνεται γεωγραφικά σε όλη τη Θεσσαλία.

Σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Χαρτογράφησης Εδαφών του ΕΛΓΟ – Δήμητρα, έχει προχωρήσει σε αναλύσεις εδάφους στα αγροκτήματα των μελών του. Βάσει των αποτελεσμάτων, εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης υψηλών αποδόσεων σιτηρών επιτηρούμενο από ειδικευμένους γεωπόνους για ορθολογικότερη χρήση λιπασμάτων και μείωση της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος.

Γιαννιώτικο Γάλα

Στην Ηπειρο οι κτηνοτρόφοι αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Πριν από σχεδόν ενάμιση χρόνο και ενώ αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, μετά την πώληση της βιομηχανίας Δωδώνη, ομάδα κτηνοτρόφων των Ιωαννίνων ξεκίνησε συνεταιριστικές κινήσεις, σε μια προσπάθεια να προσαρμοστούν στα δεδομένα των καιρών. Τον Ιανουάριο του 2015 ο πρωτεργάτης της κίνησης, Μιχάλης Τζίμας, μαζί με ακόμα έναν παραγωγό, πήραν μαζί τους μερικά μισόλιτρα μπουκάλια και ξεκίνησαν να δειγματίζουν το γάλα τους σε σουπερμάρκετ της περιοχής, ώστε να δουν τι απήχηση θα έχει. Η προσπάθεια τους δικαίωσε. Τον Φεβρουάριο του 2015 στα ράφια των τοπικών μίνι μάρκετ προώθησαν δυο νέα προϊόντα με το όνομα Γιαννιώτικο: γάλα και γιαούρτι. Η αρχική παραγωγή τους ήταν 200 κιλά. Η ζήτηση αυξήθηκε και τα 200 κιλά έγιναν σε μία εβδομάδα 1.000, φτάνοντας σήμερα να διαχειρίζονται ημερησίως περί τους 2 τόνους γάλακτος. Σήμερα διακινούν αγελαδινό γάλα και γιαούρτι, πρόβιο γάλα -μια καινοτομία για την οποία τους δίνει τη δυνατότητα η περιοχή- και πρόβιο γιαούρτι με έναν ετήσιο κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 400.000 ευρώ.

Ηδη διανέμουν τα προϊόντά τους σε περισσότερα από 50 μίνι μάρκετ της περιοχής, ενώ πριν από δέκα ημέρες εγκαινίασαν τον πρώτο αυτόματο πωλητή γάλακτος στα Ιωάννινα με τα αρχικά αποτελέσματα να είναι άκρως ενθαρρυντικά.

Ο συνεταιρισμός αποτελείται από 23 μέλη με σημαντικές δυνατότητες να διευρυνθεί, καθώς πολλοί παραγωγοί έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον. Για την τυποποίησή του αξιοποιεί ένα τοπικό τυροκομείο στα Ιωάννινα, ενώ στα άμεσα σχέδιά του είναι η δημιουργία μιας αυτόνομης μονάδας για τις ανάγκες της παραγωγής.