του Σωκράτη Βαρδάκη, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ηρακλείου

Η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα αποτελεί σήμερα θέμα ύψιστης πολιτικής σημασίας και ξεκάθαρη εθνική επιλογή. Αρρηκτα συνδεδεμένος με την ελληνική ύπαιθρο αλλά, και ζωτικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας, αναζητά τη θέση που του αναλογεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Το παραγωγικό πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ανάπτυξή του και το οποίο ήταν προσανατολισμένο στην παραγωγή και εξαγωγή ομοειδών προϊόντων (καπνός, βαμβάκι, δημητριακά) αλλά και την εξαγωγή μη τυποποιημένων ποιοτικών προϊόντων, όπως το λάδι, κατέρρευσε. Η έλλειψη μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή ευκαιριακών πολιτικών οι οποίες υπηρετούσαν κυρίως πελατειακές σκοπιμότητες, στηριζόμενες στο σύστημα ενισχύσεων της ΚΑΠ, στην παθητική εφαρμογή των μηχανισμών αγροτικής ανάπτυξης και στη δημιουργία ενός αδιαφανούς και πολύπλοκου συστήματος διαχείρισης και ελέγχων.

Ομως, παρά τα δομικά του προβλήματα, ο τομέας εμφανίζει ανθεκτικότητα και αντίσταση στην πρωτοφανή κρίση που πλήττει τη χώρα.

Η ελληνική γεωργία παραμένει ζωντανό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας με αναπτυξιακά πλεονεκτήματα τα οποία θα πρέπει να αναδειχθούν και να αξιοποιηθούν.

Ο κόσμος δεν περιμένει από την Ελλάδα να τον «θρέψει». Περιμένει, όμως, να καταναλώσει τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα της. Προϊόντα με ονομασίας προέλευσης, γεωγραφικής ένδειξης, βιολογικά, δίκαιου εμπορίου, τοπικής ταυτότητας, τυποποιημένα και πιστοποιημένα, θα πρέπει να είναι η απάντηση του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα στον διεθνή ανταγωνισμό. Και είναι σημαντικό να γίνει τώρα, που αποτελεί τάση ο μεσογειακός τρόπος διατροφής, καθώς συνδέεται άμεσα με τις απαιτήσεις του σύγχρονου υγιεινού τρόπου ζωής. Αυτός είναι ο δρόμος που έχει μπροστά του ο πρωτογενής τομέας της χώρας και είναι μονόδρομος.

Η βιωσιμότητα και η ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα δεν είναι ζήτημα μόνο της υπαίθρου ή μιας μερίδας του πληθυσμού της χώρας. Είναι ζήτημα εθνικό. Η σημαντική άμεση συνεισφορά του στις εξαγωγές της χώρας, στην απασχόληση, η σημαντική έμμεση συμβολή του στη μεταποιητική βιομηχανία τροφίμων ποτών αλλά και η ανάγκη αντικατάστασης εισαγόμενων αγροτικών προϊόντων από εγχώρια αγροτικά προϊόντα δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η στρατηγική ανασυγκρότησης του πρωτογενή τομέα θα πρέπει άμεσα να δημιουργήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πολιτικές και εργαλεία στήριξης θα κινούνται προς την κατεύθυνση όχι μόνο επίλυσης των «παλαιών ζητημάτων» του αγροτικού κόσμου, αλλά και αντιμετώπισης νέων προκλήσεων όπως: η απελευθέρωση του εμπορίου και τα αντιμαχόμενα συμφέροντα μεταξύ των αναπτυγμένων και των φτωχών χωρών, η κλιματική αλλαγή, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, η εξάντληση των ενεργειακών και κατασπατάληση των φυσικών πόρων, η ανάγκη για τη δημιουργία νέων βιώσιμων και αποτελεσματικών συνεργατικών σχημάτων τόσο στον χώρο παραγωγής όσο και μεταποίησης και διακίνησης αγροτικών προϊόντων κ.λπ.

Στο κρίσιμο ερώτημα αν ο αγροδιατροφικός τομέας της χώρας μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές τις προκλήσεις η απάντηση είναι «ναι».

Με την ανάδειξη των αναπτυξιακών του πλεονεκτημάτων, το ποιοτικό προβάδισμα των προϊόντων του, την προώθησή τους στις αγορές του εξωτερικού. Μέσα από βιώσιμα συνεργατικά σχήματα με εξωστρεφή προσανατολισμό. Μέσα από παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν στον πρωτογενή τομέα να διαχειριστεί μελλοντικές προκλήσεις, όπως αυτή της κλιματικής αλλαγής και της ορθολογικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Με την ανάδειξη των αναπτυξιακών του πλεονεκτημάτων, το ποιοτικό προβάδισμα των προϊόντων του, την προώθησή τους στις αγορές του εξωτερικού. Μέσα από βιώσιμα συνεργατικά σχήματα με εξωστρεφή προσανατολισμό. Μέσα από παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν στον πρωτογενή τομέα να διαχειριστεί μελλοντικές προκλήσεις όπως αυτή της κλιματικής αλλαγής και της ορθολογικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Με όραμα και σχέδιο για μια βαθιά, ριζοσπαστική μεταρρύθμιση για τον αγροτικό χώρο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής και με τη ματιά στραμμένη στις νεότερες γενιές των Ελλήνων παραγωγών.