Στην ανάγκη δημιουργίας ενός νέου ενιαίου θεσμικού πλαισίου για τους συνεταιρισμούς στην Ευρώπη αναφέρθηκε ο αντιπρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Γιώργος Ανέστης, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Ευρωπαίων αγροτών, με θέμα «Ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή γεωργία: Πράσινη ανάπτυξη και δυναμικές αγορές».

Οπως είπε, «η ελληνική γεωργία, παρά το γεγονός ότι ήταν και παραμένει ένας από τους πιο στέρεους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, διέρχεται μια οξεία κρίση, όντας αναπόσπαστο τμήμα της σκληρά δοκιμαζόμενης ελληνικής οικονομίας. Εμείς, οι άνθρωποι της παραγωγής, γνωρίζουμε άριστα και αντιμετωπίζουμε καθημερινά τα προβλήματα που γεννούν στην παραγωγική οικονομία η διαφθορά και η διαπλοκή των συμφερόντων. Πέρα από τα γνωστά σε όλους, κοινά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, χρηματοοικονομικά προβλήματα, τις θεσμικές αποτυχίες και τις ανισορροπίες των αγορών, στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε επιπρόσθετα δομικά προβλήματα».

Ο κ. Ανέστης έκανε ειδική αναφορά στην αναπροσαρμογή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, το οποίο θα στηρίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν τα παραγόμενα προϊόντα μας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Σημαντικός παράγοντας πρέπει να είναι, όπως τόνισε, και το ότι η παραγόμενη προστιθέμενη αξία στη γεωργική παραγωγή υπολείπεται σημαντικά αυτής βασικών ανταγωνιστών: «Από την κατανομή της προστιθέμενης αξίας κατά μήκος της αγροδιατροφικής αλυσίδας, προκύπτει ότι σε κάθε 1 ευρώ αξίας προϊόντος της πρωτογενούς παραγωγής, ο τομέας της μεταποίησης τροφίμων-ποτών προσθέτει προϊόν αξίας 0,4 ευρώ στη χώρα μας, όταν για παράδειγμα στην Ισπανία και την Ιταλία το ποσό αυτό ανέρχεται στο 1,5 ευρώ».

Τα προβλήματα στον αγροτικό τομέα, κατά τον κ. Ανέστη, είναι παλιά και οφείλονται στην έλλειψη συνεπούς στρατηγικής, που δεν επέτρεψε στον ελληνικό κλάδο να αξιοποιήσει το αντικειμενικό συγκριτικό του πλεονέκτημα: «Στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στις επιδοτήσεις και στην προσφορά χύμα προϊόντων, η ελληνική αγροτική παραγωγή αυξήθηκε κατά λιγότερο από 1% ετησίως την τελευταία 25ετία, καλύπτοντας το 0,3% της παγκόσμιας παραγωγής, από το 0,8% το 1993. Επιπλέον, ο βαθμός τυποποίησης στην Ελλάδα παραμένει χαμηλός (με τη βιομηχανία τροφίμων να προσφέρει προστιθέμενη αξία της τάξης του 40% στην ελληνική αγροτική παραγωγή, έναντι 70% κατά μέσο όρο στη Δυτική Ευρώπη).

Το πρόβλημα αυτό αντανακλάται στο εμπορικό ισοζύγιο προϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα της Ελλάδας, το οποίο είναι ελλειμματικό. Το έλλειμμα ανήλθε στα 1,2 δισ. ευρώ το 2014 (ή 2,3 δισ. ευρώ, αν ληφθούν υπόψη και οι καθαρές εισαγωγές πρώτων υλών, όπως σπόροι, λιπάσματα και ζωοτροφές), ενώ η Ε.Ε. συνολικά εμφανίζει εμπορικό πλεόνασμα της τάξης των 9 δισ. ευρώ».

Αναφερόμενος στο θέμα της λειτουργίας των συνεταιρισμών τόνισε πως «είναι πρόκληση και υποχρέωσή μας να αγωνιστούμε προκειμένου να υπάρχει ενιαίο θεσμικό πλαίσιο, που να διέπει τους συνεταιρισμούς για όλη την Ευρώπη, ώστε να αποφευχθούν παρόμοια καταστρεπτικά φαινόμενα και να σηματοδοτηθεί ένα νέο ξεκίνημα. Η ΠΑΣΕΓΕΣ σε σύντομο χρονικό διάστημα βγαίνει αλώβητη όσον αφορά τη φήμη της από τη συντονισμένη αήθη επίθεση του πολιτικού συστήματος, και όχι μόνο, ακριβώς επειδή εξέφραζε ορθή και αντικειμενική κριτική στην ψήφιση και την εφαρμογή αντιαγροτικών και αντισυνεταιριστικών πολιτικών. Σε καμία περίπτωση, βέβαια, δεν διεκδικεί το αλάθητο. Σίγουρα έχει κάνει και λάθη, για τα οποία δημόσια έχει κάνει την αυτοκριτική της. Ομως, θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι δεν κυβέρνησε αυτόν το τόπο η ΠΑΣΕΓΕΣ και η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής τόσο για τον αγροτικό τομέα όσο και για τους συνεταιρισμούς τον έχουν οι κυβερνήσεις που κυβερνούσαν και κυβερνούν τον τόπο».

Ο κ. Ανέστης μίλησε και για τη Νέα ΠΑΣΕΓΕΣ: «Ο νέος φορέας που δημιουργούμε, η Νέα ΠΑΣΕΓΕΣ, ο οποίος είναι αμιγώς συνεταιριστικός, στοχεύει στο να ενισχύσει τον προσανατολισμό των συνεταιρισμών προς τις ανάγκες της αγοράς και τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Για να το πετύχουμε αυτό, πρέπει να βελτιώσουμε τις επιχειρηματικές δομές των συνεταιρισμών, επενδύοντας σε καινοτόμες δράσεις και δημιουργικές ενέργειες, που προσθέτουν αξία σε όλα τα στάδια της διατροφικής αλυσίδας. Χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία της ανταγωνιστικής παραγωγής σε πρωτογενές επίπεδο (στο χωράφι), αναγνωρίζουμε ότι πολλαπλάσια οικονομική σημασία έχουν η καλύτερη οργάνωση στην επεξεργασία, η διανομή-εμπορία, το μάρκετινγκ και η προώθηση των προϊόντων μέχρι το ράφι. Αυτό ακριβώς είναι και το διαχωριστικό σημείο μεταξύ του κύριου προσανατολισμού των αμιγώς συνεταιριστικών φορέων και των άλλων αγροτικών οργανώσεων».

Οσο για το ποιοι πρέπει να διοικούν τους συνεταιρισμούς ο αντιπρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ υποστήριξε: «Σε αυτό το σημείο θέλω να είμαι απόλυτα ξεκάθαρος. Δεν έχουν θέση στα Διοικητικά Συμβούλια των συνεταιρισμών και των ενώσεών τους μη παραγωγοί, ούτε υπηρεσιακοί παράγοντες. Είναι άλλο πράγμα η διοίκηση, άλλο πράγμα η διεύθυνση. Είναι απόλυτα αναγκαίο να μείνουν διακριτοί αυτοί οι ρόλοι. Πολύ περισσότερο στη θεσμική εκπροσώπηση των αγροτών δεν αρμόζουν υπάλληλοι».