Της Μαρίας Καρρά

Η επιθετικότητα είναι ένα στοιχείο που κανείς κυνηγός δεν επιθυμεί να έχει ο σκύλος του. Είτε αυτή εκφράζεται απέναντι σε άλλους σκύλους είτε απέναντι στο ίδιο το θήραμα και άλλα ζώα.

Σε λίγες μέρες στα εκπαιδευτικά στο βουνό θα κληθούμε να βελτιώσουμε τις αδυναμίες του σκύλου μας, να οξύνουμε τα ένστικτά του, να τελειοποιήσουμε τη συνεργασία μας. Στην περίπτωση που ο τετράποδος φίλος μας είναι νευρικός ή γίνεται επιθετικός, τώρα είναι η στιγμή να το διορθώσουμε και για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει.

Πού οφείλεται;

Η επιθετικότητα είναι μια συμπεριφορά του σκύλου που μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, καθώς και να γεννηθεί από διαφορετικές αιτίες. Από όλες τις εκδηλώσεις, αυτή που στρέφεται απέναντι σε άλλους σκύλους και ζώα είναι αυτή που μπορεί να μας προκαλέσει πολλά προβλήματα στον κυνηγότοπο και όχι μόνο και δευτερευόντως να μας καταστρέψει μια καλή εξόρμηση.

Σε ό,τι αφορά τα άλλα κυνηγόσκυλα, η επιθετικότητα έχει συνήθως δύο γενεσιουργές αιτίες: την τάση του σκύλου μας να κυριαρχήσει έναντι των υπολοίπων ή κάποια φοβία που του έχει δημιουργηθεί από παρελθοντική κακή συμπεριφορά. Υπάρχει και μια τρίτη αιτία, η οποία έχει να κάνει με τα κακά ζευγαρώματα, που καταλήγουν να δώσουν ζώα με έλλειψη συναίσθησης. Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για διαστροφή και δεν επιδέχεται βελτίωση.

Αντίθετα, όταν ο σκύλος μας εκφράζει επιθετικότητα προς άλλα ζώα, τα πράγματα είναι πιο απλά, αφού συνηθέστερα πρόκειται για έλλειψη κοινωνικοποίησης και εξοικείωσης με τη φύση.

Επίσης, περισσότερη επιθετικότητα από ό,τι συνήθως μπορεί να επιδείξει και το θηλυκό που βρίσκεται σε οίστρο, στην περίπτωση που νιώσει πως απειλείται είτε από κάποιον αρσενικό σκύλο που θέλει να ζευγαρώσει μαζί της είτε από άλλον εξωτερικό παράγοντα.

Αυτό που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας σε κάθε περίπτωση είναι πως μπορεί να υπάρξουν κρούσματα επιθετικότητας απολύτως συμπτωματικά, μιας και η συμπεριφορά του σκύλου επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Στην πλειονότητά τους, εκπαιδευτές και εκτροφείς αποδέχονται πως η επιθετικότητα στις περισσότερες περιπτώσεις έχει να κάνει με συμπεριφορές του ζώου και όχι με τον χαρακτήρα του, ενώ παράλληλα ακόμα και για ένα ξέσπασμα ο σκύλος θα μας έχει δώσει νωρίτερα δείγματα πως κάτι δεν πάει καλά.

Ο ρόλος της εκπαίδευσης

Το ζητούμενο είναι να ξέρουμε να αντιμετωπίσουμε ένα τέτοιο επεισόδιο επιθετικότητας, όποτε και αν εκδηλωθεί, και για να γίνει αυτό πρέπει να δράσουμε με τρόπο που θα κατανοήσει ο σκύλος μας. Η τιμωρία ή η αυστηρότητα από μόνες τους δεν είναι λύση στο πρόβλημά μας, αντίθετα θα χρειαστεί να επιδείξουμε επιμονή και υπομονή, ακόμα και για το ένα και μοναδικό κρούσμα.

Η κυριαρχικότητα αποτελεί τη βάση στην ιεραρχική πυραμίδα των ζώων. Αυτήν την ιεραρχία έχουν μάθει να σέβονται οι σκύλοι, από όταν ακόμα ζούσαν σε αγέλες, και υπάρχει στο DNA τους. Ο κυνηγός πρέπει να δώσει στον σκύλο να καταλάβει ότι είναι αυτός ο αρχηγός στη συγκεκριμένη «αγέλη». Με τις πράξεις-κινήσεις και με τον τόνο της φωνής πρέπει να είμαστε σε θέση να απαγορεύουμε στον σκύλο μας ενέργειες έναντι τρίτων.

Φυσικά και δεν πρόκειται για μια εύκολη διαδικασία, ιδίως αν δεν έχουμε ασχοληθεί με προσοχή με την εκπαίδευση του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στην περίπτωση που ο σκύλος μας έχει ήδη περάσει την ηλικία της βασικής του εκπαίδευσης, όμως, υπάρχει ακόμα δουλειά που πρέπει να κάνουμε. Πρόκειται για τη διαδικασία διόρθωσης συμπεριφοράς και μπορεί να έχει αποτελέσματα μέχρι το τρίτο έτος της ζωής του, πριν από την ηλικία, δηλαδή, που το ζώο θα εδραιώσει τον χαρακτήρα του. Μέχρι αυτή την ηλικία, βέβαια, ο σκύλος θα έχει δώσει και τα αντίστοιχα δείγματα συμπεριφοράς που θα μας κάνουν να κρίνουμε κατά πόσο είναι αυτό που του χρειάζεται και αν θα έχει αποτελέσματα. Οπως και να έχει, πρέπει να έχουμε κατά νου πως ο εγκέφαλος του σκύλου μαθαίνει ό,τι έχουμε να τον διδάξουμε για μια δεδομένη χρονική στιγμή κάθε φορά. Αυτό σημαίνει ότι η πράξη ή η συμπεριφορά που θέλουμε να διορθώσουμε με την προσπάθεια διόρθωσης δεν θα πρέπει να απέχουν χρονικά, γιατί τότε ο σκύλος μας δεν θα αντιληφθεί για ποιον λόγο τιμωρείται ή τι επιδιώκουμε να του μάθουμε.

Σε ό,τι αφορά την επιθετικότητα από φοβίες ή λανθασμένη αναπαραγωγή, η αντιμετώπιση από την πλευρά μας οφείλει να είναι διαφορετική, αφού στην πρώτη περίπτωση πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε με τρυφερότητα και υπομονή, ενώ στη δεύτερη κάθε προσπάθειά μας δυστυχώς θα αποδειχθεί μάταιη.

Επίθεση σε τσοπανόσκυλα

Πρόκειται για ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι στην καθημερινότητα των κυνηγών, αφού πολύ συχνά τόσο στα εκπαιδευτικά όσο και στις κυνηγετικές εξορμήσεις το κυνηγόσκυλο θα έρθει σε επαφή με τους σκύλους-φύλακες των κοπαδιών σε βοσκοτόπια ή στάνες. Κι εμείς πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποφύγουμε τον… τσαμπουκά. Οι ποιμενικοί σκύλοι σε αυτή την περίπτωση θα αντιδράσουν με τον τρόπο που πρέπει στον ρόλο τους. Εχοντας εντοπίσει έναν «εισβολέα», θα προστατεύσουν το κοπάδι και θα υπερασπιστούν τον ζωτικό του χώρο. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αν εμείς και ο σκύλος μας μείνουμε μακριά, το τσοπανόσκυλο δεν θα έχει λόγο να αντιδράσει επιθετικά, άρα αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να κρατήσουμε τον σκύλο μας έξω από το έδαφος του κοπαδιού.

Τι γίνεται, όμως, με τα άλλα ζώα που εκείνη την ώρα βόσκουν ελεύθερα; Η επιθετικότητα του κυνηγόσκυλου μπορεί να μην εκδηλωθεί προς τον ποιμενικό, αλλά προς αυτά, και τότε ο καβγάς μοιάζει μάλλον αναπόφευκτος. Εδώ δεν θα αναφερθούμε στη λύση του προβλήματος, παρά μόνο στην προσωρινή αποφυγή του. Το ζήτημα αυτό υποτίθεται πως θα πρέπει να έχει αντιμετωπιστεί από όταν ο σκύλος μας ήταν ακόμα κουτάβι. Στην ηλικία αυτή οφείλουμε να έχουμε φροντίσει για την εξοικείωσή του με τη φύση και την κοινωνικοποίησή του με τα πλάσματα που ζουν σε αυτή. Βόλτες ελεγχόμενες, με λουρί αρχικά -που λασκάρουμε και μαζεύουμε όποτε κριθεί απαραίτητο-μέχρι το μικρό κυνηγόσκυλο να συλλέξει μυρωδιές από τα άλλα ζώα και να εξοικειωθεί με την παρουσία τους. Αυτή είναι η στιγμή να διορθωθούν και οι λάθος συμπεριφορές, ώστε να τις αποφύγουμε όσο είναι δυνατόν αργότερα.

Επιρρέπεια λόγω φυλής

Κατά γενική παραδοχή, δεν υπάρχει κάποιος συσχετισμός της επιθετικότητας με τη φυλή του σκύλου ή το είδος του κυνηγιού. Θεωρίες που θέλουν, για παράδειγμα, τους σκύλους που ειδικεύονται στο κυνήγι του αγριόχοιρου να είναι πιο… αιμοβόροι από τους υπολοίπους δεν στοιχειοθετούνται και δεν ευσταθούν. Σε κάποιες περιπτώσεις, βέβαια, και ίσως αυτό να αποτελεί εξαίρεση, κυνηγόσκυλα εκπαιδεύονται ώστε να είναι πιο επιθετικά απέναντι στο μεγάλο, τριχωτό θήραμα. Εχοντας κατά νου την παράμετρο αυτή, πρέπει να γνωρίζουμε πως, αν στις περιπτώσεις αυτές η εκπαίδευση δεν γίνει σωστά, τότε η επιθετικότητα του σκύλου μπορεί να εκφραστεί τόσο απέναντι στο θήραμα όσο και απέναντι σε οικόσιτα και μη ζώα.

Ακόμα ένας παράγοντας που επηρεάζει είναι η εκτροφή, από την άποψη πως, όσο πιο στοχευμένη και προσεκτική είναι, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες κακών απογόνων με επιθετικά ένστικτα. Τα πουλόσκυλα, που μετρούν περισσότερα χρόνια οργανωμένης εκτροφής, έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν τέτοιου είδους διαστροφές, υπό την προϋπόθεση βέβαια πως πρόκειται για γραμμές αίματος και προγόνους που μπορούν να εντοπιστούν ώστε να γίνονται διαρκώς βελτιώσεις στα χαρακτηριστικά της φυλής τους. Κοινώς, για σοβαρούς επαγγελματίες που κάνουν σωστή δουλειά.

Η επιθετικότητα προς το ίδιο το θήραμα είναι κάτι που δεν συμβαίνει, ανεξαρτήτως φυλής και είδους κυνηγιού, κι αυτό γιατί η κυνηγετική εκπαίδευση εμπεριέχει τα στοιχεία της ανεύρεσης του θηράματος, της διεκδίκησης και της επαναφοράς του στον κυνηγό (ή μόνο τα δύο πρώτα). Σε καμία περίπτωση ο σκύλος δεν έχει λόγο να συμπεριφερθεί επιθετικά στο θήραμα, ενώ ακόμα και στο κυνήγι του αγριόχοιρου δεν πρόκειται για κάποιο έμφυτο ένστικτο του κυνηγόσκυλου, αλλά για το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης, που στόχο έχει την αποτελεσματικότητα της εξόρμησης.