Του Χρήστου Γ. Κτενά

Σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση των 500 εκατομμυρίων κατοίκων, στον αγροτικό τομέα απασχολούνται περίπου 25 εκατομμύρια. Ο αριθμός, μάλιστα, των αγροτών μειώνεται συνεχώς, καθώς από τις αρχές του 2000 έχουν χαθεί περίπου 4,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον κλάδο. Κι όμως, αυτοί οι συγκριτικά ελάχιστοι αγρότες καταφέρνουν να παράγουν ένα ολοένα και αυξανόμενο σε αξία αγροτικό προϊόν, το οποίο είναι και διεθνώς ανταγωνιστικό (όπου, βέβαια, μεγάλο ρόλο εδώ παίζουν και οι κοινοτικές επιδοτήσεις).

Πώς, όμως, το καταφέρνουν αυτό; Πέρα από την εθνική και κοινοτική πολιτική, σε επίπεδο φάρμας και οικογενειακής αγροτικής επιχείρησης κρίσιμο ρόλο παίζει η σωστή οργάνωση της παραγωγής, η επένδυση στην τεχνολογία (κάθε είδους, από μηχανήματα μέχρι τις πιο σύγχρονες μεθόδους καλλιέργειας) και, βέβαια, η επαγγελματική εκπαίδευση του παραγωγού. Και ειδικά το τελευταίο ίσως είναι το πιο σημαντικό, καθώς επιτρέπει στον σύγχρονο αγρότη να αξιοποιήσει στο μέγιστο την υψηλή τεχνολογία αλλά και να οργανώσει την παραγωγική του διαδικασία.

Ποιο είναι, όμως, το επίπεδο μόρφωσης των Ευρωπαίων αγροτών; Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, υπάρχουν τεράστια χάσματα μεταξύ των κρατών-μελών. Αρχικά εμφανίζεται μια σαφής διαφοροποίηση Βορρά-Νότου (η γνωστή ανισότητα που ταλαιπωρεί την Ε.Ε. και δεν δείχνει σημάδια μείωσης), με τις βόρειες χώρες να έχουν σαφώς το προβάδισμα σε μεσαία ή καλά εκπαιδευμένους αγρότες στο επάγγελμά τους. Πιο εντυπωσιακές εδώ είναι οι τέσσερις μεγάλες αγροτικές δυνάμεις της Ενωσης, οι Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία και Ολλανδία, όπου το 51%, 68%, 72% και 46% των αγροτών, αντίστοιχα, έχουν από βασική έως πλήρη επαγγελματική εκπαίδευση.

Αντίθετα, στον Νότο, δηλαδή σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα, τα πράγματα είναι σαφώς χειρότερα, με την αγροτική εκπαίδευση να ξεπερνά οριακά το 15% στις πρώτες δύο και ουσιαστικά να είναι ανύπαρκτη στη χώρα μας.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο μεγάλος αριθμός των αγροτών στον Νότο και στις ανατολικές/βαλκανικές χώρες της Ενωσης παρασύρει προς τα κάτω σημαντικά τους μέσους όρους της Ε.Ε. που εμφανίζεται να έχει τους 8 στους 10 αγρότες της μόνο με πρακτική εμπειρία (πίνακας 1).

Πίνακας 1. Το επίπεδο μόρφωσης των αγροτών της Ε.Ε. το 2010

Χώρα Μόνο πρακτική εμπειρία Βασική εκπαίδευση Πλήρης αγροτική εκπαίδευση
Μέσος όρος E.Ε. – 27 81% 12% 7%
Λουξεμβούργο 40% 15% 46%
Τσεχία 43% 20% 37%
Βέλγιο 52% 21% 26%
Λετονία 61% 12% 26%
Αυστρία 52% 22% 26%
Πολωνία 54% 21% 25%
Εσθονία 63% 14% 23%
Γαλλία 50% 29% 22%
Σουηδία 69% 12% 19%
Ιρλανδία 69% 15% 16%
Γερμανία 31% 55% 13%
Λιθουανία 70% 18% 12%
Ηνωμένο Βασίλειο 77% 10% 12%
Σλοβενία 64% 27% 9%
Σλοβακία 76% 15% 9%
Φινλανδία 56% 35% 9%
Ολλανδία 29% 65% 7%
Δανία 51% 44% 5%
Ουγγαρία 85% 11% 3%
Ισπανία 85% 14% 2%
Πορτογαλία 88% 10% 2%
Βουλγαρία 97% 3% 1%
Μάλτα 90% 8% 1%
Ελλάδα 97% 3% 0%
Κύπρος 94% 5% 0%
Ρουμανία 97% 2% 0%

Σημείωση: Η Ιταλία δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα, καθώς τα εκεί κριτήρια για το επίπεδο μόρφωσης των αγροτών είναι διαφορετικά και μη συγκρίσιμα με των άλλων χωρών.

Στα χέρια των μορφωμένων η αγροτική γη

Παρά την αρχική εικόνα που μας δίνουν τα συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία, αυτή αλλάζει σημαντικά, αν δούμε όχι απλώς το επίπεδο επαγγελματικής εκπαίδευσης των αγροτών σε κάθε χώρα της Ενωσης, αλλά τι ποσοστό εκμεταλλεύσιμης αγροτικής γης αξιοποιούν οι αγρότες ανάλογα το γνωστικό τους επίπεδο. Με αυτή την προσέγγιση φανερώνεται ακόμα περισσότερο η αγροτική δυναμική της Ε.Ε., όπου το 56% της γης βρίσκεται στα χέρια των μερικώς ή πλήρως εκπαιδευμένων αγροτών. Μάλιστα, 12 χώρες (και βέβαια ανάμεσα τους όλες οι ισχυρές στον αγροτικό τομέα) έχουν αθροιστικά τουλάχιστον τα 2/3 των αγροτών τους με κάποια επαγγελματική παιδεία. Και εδώ, βέβαια, ο Νότος εμφανίζεται στις τελευταίες θέσεις, με τη χώρα μας να βρίσκεται στη χειρότερη μοίρα.

Αλλα στοιχεία δείχνουν πως όσο πιο μεγάλη είναι η φάρμα στην Ευρωπαϊκή Ενωση (από πλευράς τζίρου), τόσο αυξάνεται το ποσοστό μερικής ή πλήρους επαγγελματικής παιδείας του διαχειριστή της. Ετσι, για φάρμες με τζίρο πάνω από 25-50.000 ευρώ τον χρόνο, κάποιας μορφή εκπαίδευση έχει περίπου το 45% των διαχειριστών, ενώ, όταν ξεπεράσουμε τα 100.000 ευρώ, το ποσοστό ξεπερνά το 60%.

Στην ίδια μέτρηση η ελληνική κατάσταση είναι αυτή που περιμένουμε. Δηλαδή, ανεξάρτητα από την απόδοση της φάρμας, η συντριπτική πλειονότητά τους βρίσκεται στη διαχείριση αγροτών που έχουν μόνο εμπειρική γνώση του αντικειμένου, σε ποσοστό πάνω από 90%. Ακόμα και οι λίγες αγροτικές εκμεταλλεύσεις που ξεπερνούν τα 500.000 ευρώ τζίρο στη χώρα μας κι αυτές έχουν κατά 80% εμπειρική διαχείριση, ενώ με τέτοιο τζίρο θα περίμενε κανείς ότι θα μπορούσαν να έχουν αναθέσει τη διοίκηση σε έναν, π.χ., γεωπόνο.

Πίνακας 2. Το ποσοστό εκμεταλλεύσιμης αγροτικής γης στην Ε.Ε. που καλλιεργείται από αγρότες, ανάλογα την επαγγελματική τους εκπαίδευση, το 2010

Χώρα Μόνο πρακτική εμπειρία Βασική εκπαίδευση Πλήρης αγροτική εκπαίδευση Αθροιστικά με βασική ή/και πλήρη αγροτική εκπαίδευση
Μέσος όρος E.E. -28 45% 27% 29% 56%
Τσεχία 12% 8% 80% 88%
Γερμανία 12% 50% 38% 88%
Ολλανδία 16% 74% 11% 85%
Σλοβακία 17% 21% 62% 83%
Λουξεμβούργο 20% 16% 64% 80%
Δανία 25% 67% 8% 75%
Γαλλία 27% 37% 36% 73%
Λετονία 29% 19% 52% 71%
Ουγγαρία 30% 27% 43% 70%
Αυστρία 32% 25% 43% 68%
Ισλανδία 35% 36% 30% 66%
Πολωνία 36% 20% 45% 65%
Εσθονία 36% 13% 51% 64%
Βέλγιο 38% 25% 37% 62%
Λιθουανία 41% 24% 35% 59%
Φινλανδία 40% 44% 15% 59%
Σουηδία 42% 21% 36% 57%
Σλοβενία 48% 31% 21% 52%
Πορτογαλία 60% 23% 17% 40%
Ιρλανδία 61% 17% 22% 39%
Ηνωμένο Βασίλειο 64% 13% 22% 35%
Βουλγαρία 66% 13% 21% 34%
Ρουμανία 71% 12% 17% 29%
Ισπανία 72% 21% 6% 27%
Κροατία 79% 8% 13% 21%
Μάλτα 88% 10% 3% 13%
Κύπρος 88% 11% 1% 12%
Ελλάδα 92% 8% 1% 9%

Πίνακας 3. Ποσοστό διαχειριστών φάρμας με μόνο εμπειρική γνώση, ανά κατηγορία ετήσιας απόδοσης

Απόδοση φάρμας Κάτω από 2.000 € Από 2.000 έως 3.999 € Από 4.000 έως 7.999 € Από 8.000 έως 14.999 € Από 15.000 έως 24.999 € Από 25.000 έως 49.999 € Από 50.000 έως 99.999 € Από 100.000 έως 249.999 € Από 250.000 έως 459.999 € Πάνω από 500.000 €
Μέσος όρος Ε.Ε. – 28 94% 87% 80% 71% 63% 55% 45% 32% 27% 26%
Ελλάδα 99% 99% 97% 95% 91% 88% 85% 84% 83% 80%
Κύπρος 97% 94% 91% 88% 87% 86% 83% 78% 80% 82%

Οι νέοι όλο και πιο μορφωμένοι

Ακόμα ένα θετικό χαρακτηριστικό για την Ε.Ε. είναι ότι όσο πιο νέοι είναι οι αγρότες της, τόσο αυξάνεται το ποσοστό της πλήρους εκπαίδευσης τους. Τα, ποσοστά, βέβαια δεν είναι τα ιδανικά και έχουμε και εδώ τεράστιες αποκλίσεις, όπου, π.χ., το Βέλγιο εμφανίζει το 55% των νέων αγροτών του να είναι υψηλής κλαδικής παιδείας και το αντίστοιχο ποσοστό της Γαλλίας να βρίσκεται στο 58%, ενώ τα κοντέρ «σπάει» η Λιθουανία, με 69%. Στην άλλη πλευρά βρίσκονται, βέβαια, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Κροατία, η Ισπανία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, με μονοψήφια ποσοστά μορφωμένων νέων αγροτών.

Πίνακας 4. Ποσοστό αγροτών στην Ε.Ε. με πλήρη επαγγελματική εκπαίδευση, ανάλογα την κλίμακα ηλικίας, το 2010 (ενδεικτικές χώρες)

  Κάτω από 35 ετών Από 35 έως 44 ετών Από 45 έως 54 ετών Από 55 έως 64 ετών Από 65 ετών και άνω
Μέσος όρος Ε.Ε. – 28 14% 12% 11% 6% 1%
Γαλλία 58% 37% 18% 10% 2%
Γερμανία 16% 16% 14% 10% 9%
Ολλανδία 18% 11% 6% 5% 2%
Πολωνία 26% 26% 28% 23% 9%
Ελλάδα 1% 1% 0% 0% 0%
Κύπρος 1% 0% 0% 1% 0%

Το συμπέρασμα από τα στατιστικά της Eurostat είναι προφανές: Πέρα από τις δεδομένες αδυναμίες του ελληνικού αγροτικού τομέα (διασπασμένος και μικρός κλήρος, λιγοστά εδάφη, γήρανση αγροτικού πληθυσμού, υψηλός δανεισμός κ.λπ.), είναι φανερό πως υστερούμε τραγικά και στην επιμόρφωση των αγροτών μας σε όλες τις προσεγγίσεις. Οι νέοι παραμένουν χωρίς ειδική παιδεία, το μέγεθος της εκμετάλλευσης δεν υποδεικνύει διαχείριση από έναν καλά εκπαιδευμένο διαχειριστή, η μεγαλύτερη έκταση καλλιεργήσιμης γης βρίσκεται στα χέρια εμπειρικών αγροτών και, βέβαια, οι περισσότεροι παραγωγοί δεν έχουν κάποια αντίστοιχη με το επάγγελμα τους μόρφωση.

Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να υποτιμήσει ούτε την εμπειρική γνώση (η οποία στις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις αποτελεί ένα σημαντικό όγκο πληροφοριών, και μάλιστα ειδικών για την περιοχή και τις παραδοσιακές καλλιέργειες), ούτε τις προσπάθειες που γίνονται για επιστημονική στήριξη των αγροτών. Π.χ., από τους γεωπόνους των αγροτικών συλλόγων, τα διάφορα κρατικά ινστιτούτα, τα προγράμματα επιμόρφωσης και τα σεμινάρια που γίνονται τοπικά. Η σύγκριση, όμως, με την υπόλοιπη Ευρώπη, και ειδικά τις μεγάλες χώρες στην αγροτική παραγωγή, είναι προβληματική, καθώς φανερώνει πως υστερούμε εντός Ε.Ε., στην οποία κατευθύνουμε ένα σημαντικό μέρος των αγροτικών μας εξαγωγών. Κάτι, δηλαδή, που υπονομεύει το μέλλον της παραγωγής μας σε μια εποχή που σταδιακά μειώνονται οι κοινοτικές επιδοτήσεις, αλλά ταυτόχρονα προτείνονται (ή και επιβάλλονται) νέες καλλιέργειες ή καλλιεργητικές μέθοδοι, αυξημένη γραφειοκρατία και λογιστική υποστήριξη στην παραγωγή και, βέβαια, νέες παραγωγικές δράσεις στη μεταποίηση, την εξαγωγή και την οργανωμένη προώθηση. Συνολικά, δηλαδή, μια σαφής απαίτηση για πιο «επαγγελματική» αγροτική παραγωγή, η οποία, όμως, στην Ελλάδα δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη επαγγελματική εκπαίδευση.