του ΧΡΗΣΤΟΥ Ε. ΑΥΓΟΥΛΑ,  Ομότιμος Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Tα όσπρια ήταν πάντα από… τις καλές παραδοσιακές καλλιέργειες της χώρας. Για πολλά χρόνια, λόγω του υψηλού κόστους, η παραγωγή τους μειώθηκε, ωστόσο το τελευταίο διάστημα φαίνεται να επανέρχονται στην επικαιρότητα. Πλέον, επιδοτούνται και μέσω της νέας ΚΑΠ με περίπου 30 ευρώ ανά στρέμμα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η χώρα μας εισάγει το 50% των αναγκών της κυρίως από την Τουρκία, αλλά και από χώρες όπως η Αμερική, η Κίνα, το Μεξικό, η Αίγυπτος και η Ινδία. Και μόνο το γεγονός ότι εισάγουμε τεράστιες ποσότητες δείχνει ότι ο κλάδος αυτός μπορεί να αναπτυχθεί σε όλη τη χώρα, αφού η καλλιέργεια των οσπρίων δεν θεωρείται από τις δύσκολες.

Τα όσπρια έχουν μπει στη ζωή του ανθρώπου εδώ και 10.000 χρόνια και έχουν συνδεθεί με τον ίδιο μας τον πολιτισμό. Ο Ουμπέρτο Έκο έχει πει: «Χωρίς όσπρια, η ανθρωπότητα δεν θα είχε φτάσει ούτε στον Μεσαίωνα!».

Τα κουκιά δεν ήταν από τα πρώτα φυτά που καλλιέργησε ο άνθρωπος. Η Εγγύς Ανατολή θεωρείται η «πατρίδα» του φυτού, που στην πορεία, στην αρχαία Ελλάδα, συνδέθηκε ακόμα και με τον πολιτικό πολιτισμό, αφού τα αποξηραμένα κουκιά χρησιμοποιούνταν για ψηφοδέλτια. Εξού και η φράση της εποχής «δεν βγαίνουν τα κουκιά». Εκτός από τροφή για τον άνθρωπο, τα κουκιά θεωρούνται και μια πρώτης τάξης ζωοτροφή!

To λαθούρι, από όπου παράγεται η φάβα, είναι ίσως το λιγότερο διαδεδομένο από τα όσπρια, αλλά θωρείται εξίσου σημαντικό στη διατροφική αλυσίδα. Το βρώσιμο λαθούρι πρωτοεμφανίστηκε στη Νοτιοδυτική Ασία και την Αιθιοπία, ενώ ανήκει στα ιθαγενή φυτά της Λεκάνης της Μεσογείου. Στην αρχαία Ελλάδα πολλά είδη λαθουριού ήταν γνωστά, και κυρίως ο ώχρος λαθούρι, όπως το περιγράφει ο Θεόφραστος. Από όλες τις παραπάνω καλλιέργειες, ο παραγωγός δεν μπορεί να ελπίζει σε έσοδα περισσότερα από 200 ευρώ ανά στρέμμα, σε ιδανικές συνθήκες.

Tα μειονεκτήματα:

  • Οι χαμηλές τιμές για τους παραγωγούς, λόγω των αθρόων και φθηνών εισαγωγών.
  • Οι ελλείψεις στον τομέα της τυποποίησης.
  • Το μεγάλο κόστος για την ενοικίαση εκτάσεων, καθώς για ένα καλό εισόδημα απαιτούνται πολλά στρέμματα.

Τα πλεονεκτήματα:

  • Οι καλές ελληνικές ποικιλίες από τις οποίες παράγονται ποιοτικά όσπρια και οι οποίες προσαρμόζονται εύκολα στις συνθήκες του εδάφους.
  • Λόγω των μεγάλων ελλείψεων, μπορούν να εξαχθούν εύκολα.
  • Η καλλιέργεια με βιολογικό τρόπο μπορεί να δώσει αυξημένο εισόδημα στον παραγωγό.
  • Μπορεί εύκολα να αναπτυχθεί σε συμβολαιακή βάση και μέσα από ομάδες παραγωγών.

ΦΑΚΕΣ

«Οταν θέλεις να την αγοράσεις, βάνε ολίγην εις το νερόν και εβγαλέ την και, αν στεγνώξη πάραυτα, είναι καλόβραστη, αμή η κακή φακή δεν στεγνώνει και μαυρίζει και το νερόν όπου την έβρεξες». Η απλή συμβουλή του Αγαπίου Μοναχού του Κρητός θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει ως σκοπό την προστασία του καταναλωτή από διάφορους επιτήδειους. Σήμερα, αυτή η συμβουλή έχει ουσιαστική αξία, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η φακή που καταναλώνουμε δεν έχει συγκεκριμένη προέλευση και ταυτότητα και, ως εκ τούτου, στερείται ποιότητας. Αυτό σήμερα, γιατί παλιά η  φακή ήταν μεταξύ των οσπρίων που καλλιεργούνταν παντού,  κυρίως στα ορεινά και ξηρικά εδάφη. Ευδοκιμεί κυρίως σε εύκρατα κλίματα, όπως είναι αυτό της Ελλάδας, και σπέρνεται κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο ακόμα και σε εδάφη τα οποία δεν αρδέυονται. Επειδή πρόκειται για ένα φυτό το οποίο εξαντλεί το έδαφος, η φακή δεν μπορεί να εξελιχτεί σε μονοκαλλιέργεια, αλλά πρέπει να ενταχθεί σε ένα σύστημα αμειψισποράς (εναλλαγή καλλιεργειών), όπως γίνονταν παλιά, ώστε να υπάρχει απόδοση.

Η σπορά δεν είναι πολυδάπανη. Απαιτείται η προετοιμασία του χωραφιού τον Οκτώβριο και δύο σβαρνίσματα λίγο πριν από τη σπορά. Το έδαφος πρέπει να είναι κονιορτοποιημένο, ώστε το φυτό να μην «πνιγεί» από τα ζιζάνια. Στα «καλά και γόνιμα» χωράφια χρειάζεται η προσθήκη φωσφορούχου λιπάσματος, με 2-4 κιλά ανά στρέμμα. Στα «φτωχά» θα πρέπει να γίνει ενίσχυση με μικρές ποσότητες αζώτου με τη μορφή θειικής ή νιτρικής αμμωνίας, με 2-3 κιλά ανά στρέμμα.

Η «καλή σπορά» γίνεται με σπαρτική μηχανή και όχι με το χέρι και οι αποστάσεις μεταξύ των γραμμών πρέπει να είναι 25 πόντους. Για κάθε στρέμμα απαιτούνται 6 κιλά σπόρου για μικρόσπερμες φακές και 14 κιλά για τις μεγαλόσπερμες. Συνήθως δεν χρειάζεται πότισμα. Υπάρχουν, βέβαια, και οι «ποτιστικές», αλλά δεν χρειάζονται πολύ νερό.

Καλλιεργούμενες εκτάσεις σε όλο τον κόσμο: 42 εκαττομύρια στρέμματα

Στην Ελλάδα: 46.000 στρέμματα

Παγκόσμια παραγωγή: 4,5 εκατομμύρια τόνοι

Στην Ελλάδα: 6.000 τόνοι

Απόδοση ανά στρέμμα: 80-120 κιλά

Χώρες παραγωγής: Ινδία, Καναδάς, ΗΠΑ, Τουρκία, Νεπάλ, Ιράν, Αυστραλία, Συρία, Αιθοπία και Μαρόκο

Στην Ελλάδα φακές παράγονται κυρίως στους νομούς: Εβρου, Κοζάνης, Λάρισας, Φθιώτιδος, Βοιωτίας, Γρεβενών, Τρικάλων και Λευκάδας

Οι πιο γνωστές φακές στην Ελλάδα είναι αυτές της Εγκλουβής Λευκάδας και του Βοΐου, όπου πλέον υπάρχει οργανωμένη παραγωγή, τυποποίηση και διάθεση.

Oι φακές Εγκλουβής πωλούνται 7-12 ευρώ το κιλό.

Οι φακές Βοΐου πωλούνται 3-5 ευρώ το κιλό.

ΡΕΒΙΘΙΑ

Μπορεί στη χώρα μας το ρεβίθι να μην ανήκει στις προτιμήσεις των πολλών, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι στις πρώτες θέσεις μετά τα φασόλια και τα μπιζέλια. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν δραματικά τα τελευταία χρόνια, αν και πρόκειται για ένα προϊόν το οποίο είναι εύκολο στην καλλιέργεια και δεν χρειάζεται πλούσια εδάφη για να αναπτυχθεί. Το ρεβίθι ευδοκιμεί σε θερμά και ξηρά κλίματα, δεν χρειάζεται πολύ υγρασία και γενικώς φυτρώνει παντού! Η σπορά γίνεται και το φθινόπωρο, σε περιοχές με σχετικά ήπιο χειμώνα. Στις περισσότερες περιοχές γίνεται με το χέρι (όπως το σιτάρι), ενώ στις προηγμένες χώρες με σπαρτικές μηχανές. Για κάθε στρέμμα απαιτούνται 5-12 κιλά σπόρου. Για την σωστή αναπτυξή του απαιτείται ενίσχυση του εδάφους με άζωτο (3-5 κιλά ανά στρέμμα) και φώσφορο σε φτωχά εδάφη (2,5-3,5 κιλά ανά στρέμμα).Τα ρεβίθια είναι ξηρικά, αλλά και περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας επιβάλλεται το πότισμα για καλύτερες αποδόσεις.

Αν και πολλοί θεωρούν ότι το ρεβίθι είναι ένα φθηνό προϊόν, εντούτοις έχει μεγάλη θρεπτική αξία. Τα ξερά ρεβίθια περιέχουν νερό σε ποσοστό 8%-13%, αζωτούχες ενώσεις 20%-30%, υδατάνθρακες 55%-65% και λιπαρές ουσίες 4%-6%.ΟΙ ειδικοί εκτιμούν ότι, λόγω της ποιότητας των πρωτεϊνών του, είναι ιδανικό συμπλήρωμα για τη διατροφή των παιδιών. Από τα λεγόμενα αμινοξέα η ιστιδίνη βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα από ό,τι στο μητρικό γάλα!

Χώρες παραγωγής: Ινδία, Αιθιοπία, Μεξικό, Ιταλία, Τουρκία, Ισπανία, Μαρόκο, Αλγερία, Ιράκ

Καλλιεργούμενες εκτάσεις στον κόσμο: 100 εκατομμύρια στρέμματα

Στην Ελλάδα: 29.500 στρέμματα

Παγκόσμια παραγωγή: 7 εκατομμύρια τόνοι

Στην Ελλάδα: 4.500 κιλά

Κυριότερες περιοχής παραγωγής είναι: Καβάλα, Ξάνθη, Γρεβενά, Λάρισα, Φθιώτιδα, Βοιωτία, Αιτωλοακαρνανία

ΚΟΥΚΙΑ

Μετά τα φασόλια, τα μπιζέλια και τα ρεβίθια έρχονται τα κουκιά, τα οποία παγκοσμίως  καλλιεργούνται σε έκταση 50 εκατομμυρίων στρεμμάτων, με συνολική παραγωγή 6 εκατομμύρια τόνους. Τα κουκιά άρχισαν να καλλιεργούνται από τον άνθρωπο περί το 3000 π.Χ., με κέντρο την Εγγύς Ανατολή, και στη συνέχεια απλώθηκαν στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική, την Ινδία, την Αιθιοπία και το Αφγανιστάν. Στην Ελλάδα για τα κουκιά οι πρώτες αναφορές γίνονται από τον Ομηρο. Στη χώρα μας τα κουκιά μπορούν να αναπτυχθούν παντού. Στις περιοχές με ήπιο χειμώνα η σπορά γίνεται (με το χέρι ή σπαρτική μηχανή) το φθινόπωρο, ενώ σε περιοχές με βαρύ χειμώνα την άνοιξη. Το πλεονέκτημα των φθινοπωρινών καλλιεργειών είναι ότι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες φροντίδες και, κυρίως, δεν χρειάζονται πότισμα. Η καλλιέργεια γίνεται και σε φτωχά εδάφη, όπου, όμως, υπάρχει υγρασία, ενώ τα πλέον κατάλληλα είναι τα αργιλώδη και τα πηλώδη. Τα κουκιά, σε αντίθεση με άλλα ψυχανθή, βελτιώνουν τις αποδόσεις των χωραφιών, γι’ αυτό και προτιμούνται ως καλλιέργεια να προηγούνται αυτής του βαμβακιού, του καλαμποκιού και του ζαχαρότευτλου. Οι ανάγκες των κουκιών σε λίπανση είναι ελάχιστες. Χρειάζονται μόνο φώσφορο και κάλιο, περίπου 5 κιλά ανά στρέμμα, τα οποία ενσωματώνονται στο έδαφος κατά το όργωμα, που γίνεται με τον κλασικό τρόπο και μία μόνο φορά. Ανά στρέμμα απαιτούνται από 10 έως 15 κιλά σπόρου, ανάλογα με το μέγεθός του. Οταν πια δέσει ο καρπός, η συλλογή πρέπει να γίνουν πριν από το στάδιο της πλήρους ωρίμανσης. Σε περίπτωση που τα κουκιά προορίζονται για ζωοτροφή, συλλέγονται όταν οι λοβοί αρχίζουν να μαυρίζουν, ενώ η ενσίρωση πρέπει να γίνεται με την προσθήκη βίκου ή βρώμης. Η κατανάλωση των κουκιών έχει μεγάλη διατροφική αξία για τον άνθρωπο, εκτός από όσους είναι ευάλωτοι σε μια ασθένεια που λέγεται κυάμωση.

Τα πλεονεκτήματα

  • Τα μεγαλόσπερμα θεωρούνται ιδανική πρωτεϊνούχος τροφή για τον άνθρωπο.
  • Στη κτηνοτροφία μπορούν να αντικαταστήσουν την εισαγόμενη σόγια.
  • Βελτιώνουν σημαντικά την αποδοτικότητα όλων των εδαφών.
  • Είναι από τα βασικά φυτά χλωρής λίπανσης.
  • Είναι κατάλληλα για την παραγωγή χλωρής μάζας.
  • Η απόδοση μπορεί να φτάσει ως και τα 500 κιλά ανά στρέμμα.
  • Η παραγωγή στην Ελλάδα κυμαίνεται από 3.200 έως 3.400 τόνους.

ΛΑΘΟΥΡΙ Η ΦΑΒΑ

Σε όλο τον κόσμο έχουν καταγραφεί περί τα 200 είδη λαθουριού, αν και καλλιεργούνται πολύ λιγότερα. Η ιστορία του αρχίζει από την Αιθιοπία, από όπου η καλλιεργειά του επεκτάθηκε σε Ινδία και Ρωσία, στις χώρες της Νοτιοδυτικής Ασίας, στις ΗΠΑ και στις μεσογειακές χώρες, ως τροφή για τον άνθρωπο αλλά και για τα ζώα. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται σε λίγες εκτάσεις και μόνο για την παραγωγή φάβας, στη Σαντορίνη και στις Καρυές Λευκάδας, με μέση στρεμματική απόδοση 300 κιλά.

ΜΠΙΖΕΛΙ

Απαιτεί λίγα, δίνει πολλά

Το μπιζέλι καλλιεργείται για βρώση από τον άνθρωπο αλλά και για κτηνοτροφή. Είναι σημαντικό φυτό και στις δύο περιπτώσεις, αφού ο σπόρος του είναι πλούσιος σε πρωτεϊνες (ανήκει στα πρωτεϊνούχα ψυχανθή) και πολύ φτωχός σε λιπαρές ουσίες. Επειδή ανήκει στα ψυχανθή, δεν έχει ανάγκη από αζωτούχα λιπάσματα και λιπαίνεται με πολύ μικρές ποσότητες, ενώ συγχρόνως «ξεκουράζει» το έδαφος την εποχή που καλλιεργείται, με ιδιαίτερα ευεργετικές επιπτώσεις για την ποσότητα της παραγωγής του φυτού που θα το ακολουθήσει στο χωράφι. Είναι καλό, όμως, να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι το μπιζέλι είναι ένα φυτό που μπορεί να δώσει ένα ικανοποιητικό εισόδημα στον παραγωγό, λαμβανομένων υπόψη των κλιματολογικών και εδαφολογικών του απαιτήσεων, των αναγκών του σε καλλιεργητικές φροντίδες και της ζήτησής του από την αγορά. Δεν έχει ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές απαιτήσεις, οι απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες είναι περιορισμένες (χαμηλό κόστος παραγωγής) και η ζήτησή του από την αγορά καλή. Οι στρεμματικές του αποδόσεις είναι επίσης καλές, ακόμα και σε χαμηλής ποιότητας εδάφη, και η τιμή διάθεσής του αξιοπρεπής.

ΒΡΩΣΙΜΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟ

Οι περισσότερες από τις πολλές ποικιλίες του βρώσιμου μπιζελιού έχουν λοβούς (το μέρος του φυτού στο οποίο δημιουργούνται οι σπόροι) με περίβλημα σκληρό και σπόρους που τρώγονται ξεροί, όπως τα όσπρια, ή χλωροί, σε κονσέρβα ή διατηρημένοι σε ψύξη, όπως είναι ο αρακάς. Οι υπόλοιπες ποκιλίες του βρώσιμου μπιζελιού έχουν λοβούς με περίβλημα τρυφερό, ώστε να τρώγονται ολόκληροι, όπως είναι τα γνωστά ζαχαρομπίζελα (γλυκά σπέρματα και ζαρωμένα) ή τα λόπια μπιζέλια (γλυκά σπέρματα, λεία).

Αλλα διακριτικά γνωρίσματα μεταξύ αρακά και μπιζελιού (τόσο ζαχαρομπίζελων όσο και λόπιων μπιζελιών) είναι ότι στον αρακά οι λοβοί είναι κυλινδρικοί, με σπόρους τοποθετημένους πυκνά μέσα στο λοβό, ενώ τα μπιζέλια έχουν πλατείς λοβούς, με τους σπόρους τοποθετημένους αραιά.

Οι ποικιλίες του βρώσιμου μπιζελιού ξεχωρίζουν πολύ δύσκολα από τις ποκιλίες του κτηνοτροφικού μπιζελιού (κυρίως από το χρώμα των λουλουδιών).

Το μπιζέλι γενικά είναι φυτό που επηρεάζεται από τις υψηλές θερμοκρασίες (οι υψηλές θερμοκρασίες ζημιώνουν το φυτό την εποχή της άνθησης και όταν σχηματίζονται οι λοβοί) και γι’ αυτό προσαρμόζεται άριστα στις δροσερές περιοχές της γης, άρα και στις δροσερές περιοχές της χώρας μας. Αυτό σημαίνει ότι το μπιζέλι μπορεί να αξιοποιήσει άριστα τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας, που έχουν δροσερό κλίμα και όπου οι παγετοί είναι μέτριοι. Στις νότιες και ζεστές περιοχές (Πελοπόννησος, Κρήτη, νησιά) σπέρνεται το φθινόπωρο (ελάχιστη θερμοκρασία φυτρώματος +5 βαθμοί Κελσίου), ενώ στις βόρειες, ψυχρές περιοχές (Μακεδονία,Θράκη) πρέπει να σπέρνεται νωρίς (πρώιμα) την άνοιξη.

Το φυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλους τους τύπους των εδαφών, από τα ελαφρά (αμμοπηλώδη) μέχρι τα βαριά (αργιλώδη). Τα πρώτα είναι κατάλληλα για πρώιμη παραγωγή (υψηλότερη τιμή διάθεσης), ενώ τα δεύτερα, υπό την προϋπόθεση ότι στραγγίζουν καλά και δεν νεροκρατούν, είναι τα πιο κατάλληλα για μεγάλες αποδόσεις.

Στα πολύ όξινα εδάφη, το μπιζέλι, όπως και τα περισσότερα καλλιεργούμενα φυτά, δεν αντέχει. Η βελτίωση των όξινων εδαφών γίνεται με την προσθήκη ασβεστίου.

Η σπορά του αρακά, ανάλογα με την ποικιλία και, κυρίως, το κλίμα της περιοχής, γίνεται από τα μέσα Ιουνίου έως νωρίς την άνοιξη. Στις δροσερές περιοχές και σε ποτιστικά χωράφια η σπορά μπορεί να γίνει τον Ιούνιο-Ιούλιο, οπότε η συγκομιδή πραγματοποιείται το φθινόπωρο.

Στις ζεστές περιοχές η σπορά γίνεται τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο (χωράφια ξηρικά) και στις ψυχρές περιοχές τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο.

Η συγκομιδή του αρακά γίνεται όταν οι σπόροι του είναι ακόμα τρυφεροί και πλούσιοι σε ζάχαρα, δύο χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την ποιότητά του. Κατά τη συγκομιδή οι λοβοί πρέπει να είναι καλογεμισμένοι με τρυφερούς σπόρους και με το χρώμα τους να αλλάζει από το σκούρο στο ανοικτό πράσινο.

Τα γλυκομπίζελα συγκομίζονται προτού οι λοβοί χάσουν τη γλυκύτητά τους.

Το κτηνοτροφικό μπιζέλι καλλιεργείται για σανό, ενσίρωση, χλωρή νομή, χλωρή λίπανση και καρπό. Οταν προορίζεται για παραγωγή σανού, συνήθως καλλιεργείται μαζί με βρώμη, βρίζα ή κριθάρι (συγκαλλιέργεια) και δίνει καλής ποιότητας και υψηλής θρεπτικής αξίας ενσιρωμένη τροφή. Για την παραγωγή καρπού το κτηνοτροφικό μπιζέλι συγκομίζεται όταν οι λοβοί του έχουν ωριμάσει και προτού ξεραθούν τελείως, γιατί οι απώλειες από το τίναγμα των σπόρων μπορεί να είναι μεγάλες.

Για τη χώρα μας η καλλιέργεια του αρακά παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε χωράφια που δεν έχουν δυνατότητα να ποτιστούν και βρίσκονται σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, όπου άλλες καλλιέργειες είναι σίγουρο ότι θα δώσουν μικρότερο γεωργικό εισόδημα.