Του Xρήστου Ε. Αυγουλά, Ομότιμος Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Η κάνναβη είναι ένα κλασικό φυτό για παραγωγή ινών (κλωστικό φυτό), λαδιού από τον σπόρο (ελαιούχο) αλλά και ρητινών (χασίς, ναρκωτική ουσία).

Καλλιεργείται από αρχαιοτάτων χρόνων στην Ασία, αφού είναι αποδεδειγμένο ότι χρησιμοποιούνταν ήδη από τον 28ο π.Χ. αιώνα στην Κίνα για την κατασκευή υφασμάτων, ενώ κατά το 1400 π.Χ. τη χρησιμοποιούσαν στην Περσία ως φάρμακο. Στην Ανατολική Ευρώπη υποτίθεται ότι εισήχθη από τους Σκύθες, κατά τις μετακινήσεις τους προς δυσμάς περί το 1500 π.Χ. Ως καλλιεργούμενη στη Σκυθία την αναφέρει πρώτος από τους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς ο Ηρόδοτος, περί το 450 π.Χ. Οι Σκύθες γνώριζαν τις ναρκωτικές ιδιότητες της κάνναβης.

Από την αρχαιότητα μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, η κάνναβη καλλιεργούνταν σε μεγάλη σχετική έκταση στην Ευρώπη, γιατί αποτελούσε τη μοναδική ύλη για την κατασκευή σχοινιών.

Το 1892 ο Philippson στο βιβλίο του «Der Peloponnes» αναφέρει ότι η κάνναβη ήταν το κύριο καλλιεργούμενο φυτό σε ολόκληρο το ανατολικό οροπέδιο της Αρκαδίας.

Εχω στα χέρια μου έκθεση του βοηθού Νομογεωπόνου Αρκαδίας Ι. Θ. Μπακόπουλου, με ημερομηνία 13 Μαρτίου 1914, με τίτλο «Εκθεσις περί της καλλιέργειας της Ινδικής Καννάβεως (χασίς) εν Μαντινεία».

Η καλλιέργεια της κάνναβης στην Ελλάδα για την παραγωγή ινών χρονολογείται από το 1935, οπότε καλλιεργήθηκε στα εδάφη της τέως λίμνης Γιαννιτσών, κυρίως για την καταστροφή των ζιζανίων, αφού είναι φυτό αποπνικτικό αυτών. Για τον ίδιο λόγο, έχει καλλιεργηθεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν στο αγρόκτημα του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κωπαΐδα, στα αγροτεμάχια όπου αναπτύσσονται πολλά ζιζάνια.

Συστηματική καλλιέργεια για παραγωγή ινών άρχισε το 1938 στη Μακεδονία, όπου κτίστηκαν δεξαμενές για την απόβρεξη των κανναβοστελεχών και εισήχθησαν μηχανήματα για την κατεργασία των στελεχών και την εξαγωγή των ινών.

Μέχρι το μέσον της δεκαετίας του 1970 στην περιοχή της Κωπαΐδας καλλιεργούνταν περίπου 2.000 στρέμματα κάνναβης, με τα κανναβοστελέχη να χρησιμοποιούνται για κατασκευή μοριοσανίδων (νοβοπάν) από την επιχείρηση «Πανομπέλ», το εργοστάσιο της οποίας λειτουργούσε στην Αλίαρτο. Λίγα χρόνια πριν η καλλιεργούμενη με κάνναβη έκταση στην Κωπαΐδα έφτανε τα 5.000 στρέμματα.

 

Χρησιμότητα – οικονομική σημασία

Οι παραγόμενες από τα στελέχη της κάνναβης ίνες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή σπάγκων, σχοινιών, διχτυών, υφασμάτων για σάκους, για πανιά ιστιοφόρων και για το ειδικό για τη ραφή ενδυμασιών «κανναβάτσο». Οι ίνες ανώτερης ποιότητας προωθούνται στην υφασματουργία και την υφαντουργία, ενώ μεγάλο μέρος των υπόλοιπων ινών χρησιμοποιείται από τη χαρτοβιομηχανία για παραγωγή χαρτιού ειδικής ποιότητας. Από ίνες κάνναβης κοντές, σπασμένες, κατώτερης ποιότητας, αποτελείται το «καννάβι» των υδραυλικών, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση των σωλήνων ύδρευσης.

Οι ίνες της κάνναβης χρησιμοποιούνται, ακόμα, για την κατασκευή υλικών μόνωσης και υλικών οικοδομών που απλώνονται στο εσωτερικό δαπέδων, τοίχων, χωρισμάτων, στεγών κ.λπ. Χρησιμοποιούνται, ακόμα, μικροτεμαχίδια από το ξυλώδες μέρος του άχυρου που έχει υποστεί επεξεργασία με ανόργανα άλατα, για την πλήρωση κενών σε κατασκευές δαπέδων, σκεπών, διαχωρισμάτων κ.ά. Κατασκευάζονται, επίσης, μονωτικές πλάκες για ακουστική και θερμική μόνωση δαπέδων και «λάσπη μπετόν», που είναι μονωτική και ελαφριά. Κατασκευάζεται, επιπλέον, στερεό υλικό από μικροτεμαχίδια και ασβέστη σε διαστάσεις τσιμεντόλιθου. Το υλικό αυτό είναι πολύ ελαφρύ, κατάλληλο για κατασκευές τοίχων και χωρισμάτων σε κτίσματα όπου το έδαφος ή το πάτωμα δεν μπορούν να καταπονηθούν από μεγάλο βάρος. Κατασκευές από ίνες κάνναβης χρησιμοποιούνται, τέλος, στη σύγχρονη αυτοκινητοβιομηχανία ως μονωτικό και στεγανωτικό επίστρωμα στις πόρτες των αυτοκινήτων.

kanabi  (3)

Η εντεριώνη των στελεχών της κάνναβης χρησιμοποιείται ως υλικό στρωμνής ζώων, και ιδιαίτερα των αλόγων ιππασίας, γιατί είναι 12 φορές περισσότερο απορροφητική από το άχυρο του σιταριού, απαλή, καθόλου ερεθιστική, γιατί έχει αφαιρεθεί η σκόνη, έχει μεγάλη διάρκεια χρησιμοποίησης, δεσμεύει την υγρασία και τις οσμές και δεν ελκύει έντομα και τρωκτικά. Το υλικό αυτό, μετά τη χρησιμοποίησή του, αποτελεί ένα άριστο χουμικό-βελτιωτικό του εδάφους για ανθοκομικά φυτά και κηπευτικές καλλιέργειες. Από το λάδι της κάνναβης, που χρησιμοποιείται κυρίως στη σαπωνοποιία και τη βερνικοποιία, παρασκευάζεται και αλοιφή μαζί με γλυκερίνη, κατάλληλη για τις οπλές των αλόγων.

Οι σπόροι της κάνναβης, που γενικά έχουν περιεκτικότητα σε λάδι 20%-35%, χρησιμοποιούνται, ακόμα, για τη διατροφή των ωδικών πτηνών.

Στη Ρωσία, το λάδι της χρησιμοποιούνταν παλιά κατά τη διάρκεια θρησκευτικών νηστειών. Στην περιοχή της Φλώρινας, επίσης παλαιότερα, κοπάνιζαν το σπόρο της κάνναβης σε γουδοχέρια και, με την προσθήκη ζεστού νερού, προέκυπτε πυκνόρρευστη μάζα, στο γαλακτώδες υγρό της οποίας, έπειτα από διήθηση (στράγγισμα), έριχναν βρασμένο σιτάρι. Παρασκευαζόταν, έτσι, μια σούπα που τη χρησιμοποιούσαν ως νηστίσιμο φαγητό. Σε κάποιες χώρες της Εγγύς Ανατολής ο σπόρος χρησιμοποιούνταν για την επίπαση κουλουριών και ψωμιού (αντί του σουσαμιού), ενώ σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας (π.χ., Αιγιάλεια) προστίθετο στα κόλλυβα, ελαφρώς καβουρντισμένος ή όχι.

Οι σπόροι της χρησιμοποιούνταν, επίσης παλιότερα, στη φαρμακευτική ως κατάπλασμα.

kanabi  (2)

Καλλιεργούμενες ποικιλίες

Το πρόβλημα πάντα ήταν η δυνατότητα καλλιέργειας της κάνναβης για παραγωγή ινών, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος παραλαβής και ρητινών, από τις οποίες παράγεται η ναρκωτική ουσία γνωστή ως «χασίς», που στη γλώσσα των φακίρηδων σημαίνει «ξηρό χόρτο». Και τούτο γιατί τα φυτά της είναι από τη φύση τους δίοικα, δηλαδή άλλα είναι τα αρσενικά άτομα και άλλα τα θηλυκά, με τη δυνατότητα παραγωγής ρητινών να έχουν μόνο τα θηλυκά φυτά, τα οποία εκκρίνουν τις ρητίνες από αδενώδεις τρίχες που δημιουργούνται μόνο στα βράκτια φύλλα και στους κολεούς της θηλυκής ταξιανθίας. Τα βράκτια φύλλα είναι μικρά φύλλα (διαφορετικά από τα κυρίως φύλλα του φυτού) στις μασχάλες των οποίων εκφύονται τα θηλυκά άνθη, ενώ οι κολεοί είναι που περικλείουν αρχικά ένα θηλυκό άνθος και τελικά τον καρπό. Επομένως, δυνατότητα παραγωγής ρητινών (χασίς) έχουν μόνο τα θηλυκά φυτά στα βράκτια φύλλα και στους κολεούς της θηλυκής ταξιανθίας. Επομένως, δυνατότητα παραγωγής ρητινών (χασίς) έχουν μόνο τα θηλυκά φυτά στα βράκτια φύλλα και στους κολεούς, που θα τα βρούμε στη θηλυκή ταξιανθία. Κανένα άλλο μέρος του φυτού δεν έχει τη δυνατότητα παραγωγής ρητινών, γιατί δεν διαθέτει τις απαραίτητες αδενώδεις τρίχες. Ο σχηματισμός και η έκκριση ρητίνης αρχίζει μετά την άνθηση του θηλυκού φυτού.

Το Εργαστήριο Γεωργίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών διαθέτει πλούσια εμπειρία γύρω από την καλλιέργεια της κάνναβης, αφού ασχολήθηκε επί μακρόν ερευνητικά με το φυτό, ήδη από τη δεκαετία του 1950, με την επιστημονική επίβλεψη των αειμνήστων Δημήτρη Παπαδόπουλου, επιμελητή, και Παναγιώτη Μεντζελόπουλου, βοηθού του εργαστηρίου.

Η ερευνητική τους προσπάθεια είχε δύο βασικούς στόχους:

α) Την επιβεβαίωση ή μη της παλαιάς θεωρίας ότι υπάρχουν δύο είδη κάνναβης, η κοινή, κατάλληλη για παραγωγή ινών, και η ινδική, κατάλληλη για παραγωγή χασίς.

β) Την προσπάθεια δημιουργίας ποικιλιών κάνναβης κατάλληλων για παραγωγή ινών και σπόρου, που δεν θα μπορούσαν όμως να παράγουν ρητίνες.

Ο δεύτερος στόχος δεν κατέστη τότε δυνατός, παρά το εκτεταμένο πρόγραμμα διασταυρώσεων το οποίο διεξήγαγε το εργαστήριο, μεταξύ ποικιλιών κάνναβης από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Σε κάποιες περιπτώσεις συνέβη και το αντίθετο, δηλαδή δημιουργήθηκαν ποικιλίες πλουσιότερες σε παραγωγή ρητινών.

Κατά την επιμελημένη και εις βάθος διερεύνηση του πρώτου στόχου από το Εργαστήριο Γεωργίας του ΓΠΑ βρέθηκαν μορφολογικές διαφορές μεταξύ των θεωρούμενων δύο διαφορετικών ειδών κάνναβης, κοινής και ινδικής, διαφορές όμως που ούτε σταθερές ήταν ούτε κληρονομούνταν. Γι’ αυτό και το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη κάνναβης, με το ένα να παράγει και το άλλο να μην παράγει ρητίνες, αλλά μόνο ένα είδος, το Cannabis sativa, η κοινή κάνναβις, όλες οι ποικιλίες του οποίου παράγουν ρητίνες (τα θηλυκά φυτά).

Αυτά, τότε… Σήμερα οι βελτιωτές των φυτών έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ποικιλίες κάνναβης με φυτά μόνοικα-δίκλινα, με μηδαμινή δυνατότητα παραγωγής ρητινών και περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη μικρότερη του 0,2%, όπως απαιτούν οι σχετικοί Κοινοτικοί Κανονισμοί, για να μπορεί να καλλιεργηθεί η κάνναβης για την παραγωγή ινών, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος και ο φόβος παραγωγής ρητινών. Οι ποικιλίες αυτές είναι γραμμένες στον κοινοτικό κατάλογο ποικιλιών και από αυτές είναι υποχρεωμένος να διαλέξει ο παραγωγός για να καλλιεργήσει.

Με βάση τα παραπάνω, οι παλιές παραδοσιακές δίοικες ποικιλίες κάνναβης, με τη βοήθεια της κλασσικής γενετικής βελτίωσης των φυτών, αντικαταστάθηκαν με ποικιλίες μόνοικεςδίκλινες (στο ίδιο φυτό και τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη, δηλαδή η αρσενική και η θηλυκή ταξιανθία, σε διαφορετικό όμως μέρος του φυτού), με πολύ μικρή δυνατότητα παραγωγής ρητινών. Εχει αρχίσει, επίσης, να δημιουργείται ένας τρίτος τύπος ποικιλιών, γνωστός ως τύπος με κυριαρχία των θηλυκών, στον οποίο το 85%-90% των φυτών θα είναι θηλυκά, χωρίς τη δυνατότητα παραγωγής ρητινών. Πιστεύεται ότι οι ποικιλίες του τύπου αυτού θα είναι πιο αποδοτικές σε ίνες και σε σπόρο από αυτές που καλλιεργούνται σήμερα.

Οι ελληνικές ποικιλίες κάνναβης χάθηκαν, επειδή η καλλιέργεια απαγορεύτηκε εντελώς με νόμο το 1993, ενώ πριν επιτρεπόταν με ειδική άδεια χορηγούμενη από τον υπουργό Γεωργίας, φυσικά για την παραγωγή ινών. Σήμερα, που η καλλιέργεια επιτρέπεται πάλι, όπως ισχύει σε όλη την Ευρώπη, υπάρχει η υποχρέωση καλλιέργειας μόνο των ποικιλιών που ο καλλιεργητής μπορεί να διαλέξει από τον Κοινοτικό κατάλογο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι μέχρι πρότινος η καλλιέργεια της κάνναβης για παραγωγή ινών (όπως και του λιναριού) ήταν επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ενωση, στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Κατά την καλλιέργεια των ποικιλιών αυτών και κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των φυτών, είναι υποχρεωτική η δειγματοληπτική μέτρηση της περιεκτικότητας των φυτών σε τετραϋδροκανναβινόλη, ώστε να διασφαλίζεται περιεκτικότητα μικρότερη του 0,2%. Η τετραϋδροκανναβινόλη είναι το αλκαλοειδές της κάνναβης, υπεύθυνο για τον εθισμό και τις αρνητικές επιδράσεις που προκαλεί στον ανθρώπινο οργανισμό.

 

Επίδραση του χασίς

Εκείνοι οι οποίοι χρησιμοποιούν χασίς περιπίπτουν σε μέθη και παραλήρημα. Το χασίς προκαλεί διέγερση των λειτουργιών του εγκεφάλου, διαταραχή των ψυχικών λειτουργιών και τελικά νάρκωση. Χαρακτηριστικά της επενέργειας του χασίς στον άνθρωπο είναι η απώλεια της αντίληψης ως προς τις αποστάσεις, τον χρόνο, το βάρος του σώματος, τα όρια της πνευματικής ικανότητας, τον βαθμό της σωματικής ρώμης κ.ά. Οι καπνιστές του χασίς έχουν το βλέμμα απλανές, χωρίς έκφραση, και τη φυσιογνωμία βλακώδη. Με τη χρόνια χρήση χασίς, μεταβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου, το οποίο γίνεται φυγόπονο, άστατο, φιλόνικο, ευερέθιστο, καχύποπτο, δειλό και φοβισμένο. Υπό το κράτος της μέθης, με ευχέρεια μπορεί να στραφεί σε πράξεις βίας. Σε τελική ανάλυση, η χρήση του χασίς προκαλεί βλάβες στον εγκέφαλο, στο αναπαραγωγικό σύστημα, στους πνεύμονες και στην καρδιά.

 

Προσαρμοστικότητα της κάνναβης

Η κάνναβη είναι ετήσιο φυτό, ανοιξιάτικης σποράς. Εάν το φυτό καλλιεργείται σε θερμές και όχι υγρές περιοχές, η καλλιέργεια πρωιμίζει. Οταν το καλοκαίρι είναι βροχερό, ο βιολογικός κύκλος μεγαλώνει. Βέβαια, η διάρκεια του βιολογικού κύκλου εξαρτάται και από την ποικιλία. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται για παραγωγή ινών έχουν βιολογικό κύκλο 60-90 ημερών και εκείνες που καλλιεργούνται για παραγωγή σπόρου 110-150 ημερών.

Η κάνναβη είναι φυτό μικρής ημέρας και προσαρμόζεται άριστα σε περιοχές όπου καλλιεργείται με επιτυχία ο αραβόσιτος.

Οι καλύτερες θερμοκρασίες για την ανάπτυξή της είναι 25ο-28ο C. Τα νεαρά φυτά αντέχουν ικανοποιητικά και σε θερμοκρασίες 2ο C, η αντοχή τους όμως σε παγετό αμέσως μετά το φύτρωμα είναι μικρή. Οταν τα φυτά έχουν αναπτύξει και το τρίτο ζευγάρι των μόνιμων φύλλων, αντέχουν και σε θερμοκρασίες -5ο C για 4-5 ημέρες. Η βλάστηση των σπόρων μπορεί να γίνει και σε θερμοκρασίες -1ο C. Σε ό,τι αφορά τις ανάγκες σε νερό, έχει υπολογισθεί ότι απαιτούνται 300-400 m3 ανά στρέμμα για να ολοκληρωθεί με επιτυχία ο βιολογικός κύκλος του φυτού. Αποδίδει ικανοποιητικά και με μικρότερες ποσότητες νερού.

Τα καλύτερα εδάφη για την κάνναβη είναι τα βαθιά, γόνιμα, μέσης σύστασης, που στραγγίζουν καλά και έχουν ουδέτερη ή ελαφρά αλκαλική αντίδραση. Αριστο pH εδάφους θεωρείται το 7-7,5. Δεν ευδοκιμεί σε εδάφη φτωχά, με χαλίκια, ξηρά ή αλατούχα. Οσο μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε άργιλο έχει το έδαφος, τόσο μικρότερη είναι η παραγωγή σε ίνες.

Σε φυσιολογικές συνθήκες καλλιέργειας, το φυτό μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 3-5 μέτρα.

 

Αμειψισπορά

Η κάνναβη μπορεί να ακολουθεί οποιαδήποτε καλλιέργεια, ευνοείται όμως αν σπαρθεί έπειτα από ψυχανθές που αφήνει το έδαφος πλούσιο σε άζωτο και οργανική ουσία. Σε αγρούς με πολλά ζιζάνια η κάνναβη πρέπει να τοποθετείται πρώτη στην αμειψισπορά, ως φυτό αποπνικτικό των ζιζανίων, σε περίπτωση που καλλιεργείται για παραγωγή ινών. Μετά τη συγκομιδή της κάνναβης, ο αγρός είναι τελείως καθαρός. Η κάνναβη καλό είναι να εντάσσεται γενικά σε τετραετείς αμειψισπορές.

 

Σπορά

Η κάνναβη σπέρνεται λίγο πριν από την εποχή σποράς του αραβοσίτου. Στη χώρα μας η σπορά μπορεί να κλιμακώνεται, ανάλογα με την περιοχή και τον σκοπό καλλιέργειας, από τα μέσα Μαρτίου έως τις αρχές Μαΐου. Η πρώιμη σπορά πλεονεκτεί και είναι πιο αποδοτική από την όψιμη, γιατί εκμεταλλεύεται καλύτερα την υγρασία του εδάφους από τις χειμωνιάτικες βροχές, χρησιμοποιεί καλύτερα το νερό των ανοιξιάτικων βροχών και το φυτό αναπτύσσεται άριστα.

Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή ινών, οι γραμμές σποράς απέχουν 15-18 εκατ. και η ποσότητα σπόρου είναι 4-5 κιλά στο στρέμμα. Η άριστη πυκνότητα πληθυσμού είναι 200-250 φυτά ανά τ.μ. Εάν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή σπόρου, οι αποστάσεις των γραμμών είναι 50-60 εκατοστά και η ποσότητα σπόρου 1-2 κιλά το στρέμμα. Αριστη πυκνότητα πληθυσμού στην περίπτωση αυτή είναι 100-125 φυτά ανά τ.μ. Το συνηθισμένο βάθος σποράς είναι 2-4 εκατοστά.

Για να είναι γρήγορο το φύτρωμα, η σπορά γίνεται όταν η θερμοκρασία του εδάφους είναι 8ο-10ο C, αν και ο σπόρος φυτρώνει και σε θερμοκρασίες 4ο-6ο C.

 

Καταπολέμηση ζιζανίων

Η κάνναβη δεν έχει ανάγκη μηχανικής ή χημικής καταπολέμησης των ζιζανίων, αφού τα ανταγωνίζεται με πολύ μεγάλη επιτυχία. Εάν σπαρθεί σε καλά στραγγιζόμενα, γόνιμα χωράφια και σε κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, θα φυτρώσει γρήγορα και σε 4-5 εβδομάδες μετά την σπορά θα φτάσει σε ύψος τα 30 εκατοστά. Στο στάδιο αυτό θα έχει καλύψει το 90% του εδάφους, με πυκνότητα 200-250 φυτά ανά τ.μ. και σχεδόν όλα τα ζιζάνια θα αδυνατούν να αναπτυχθούν.

 

Λίπανση

Η κάνναβη είναι φυτό απαιτητικό, επειδή αναπτύσσει σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλη βιομάζα. Χρειάζεται λίπανση με κοπριά 2-3 τόνους ανά στρέμμα και ανόργανα λιπάσματα 9-14 κιλά Ν, 2-7 κιλά Ρ2Ο5 και 0-7 κιλά Κ2Ο ανά στρέμμα.

Η υπερβολική λίπανση με άζωτο πρέπει να αποφεύγεται, γιατί μειώνει την αντοχή των ινών, ενώ τα αργιλώδη εδάφη απαιτούν γενικά μικρότερες ποσότητες καλίου. Ο φωσφόρος αυξάνει το βάρος των στελεχών και δίδει ίνες πιο ανθεκτικές και πιο ελαστικές, ενώ αυξάνει την αντοχή του στελέχους στους ανέμους. Το κάλιο αυξάνει την ποσότητα και βελτιώνει την ποιότητα των ινών. Η έλλειψη καλίου προκαλεί αναστολή ανάπτυξης και εμφάνιση ερυθρών κηλίδων στα φύλλα. Γενικά, μπορεί να λεχθεί ότι η κάνναβη απαιτεί την ίδια λιπαντική μεταχείριση όπως ο αραβόσιτος ή το σιτάρι, με μεγάλες αποδόσεις.

 

Αρδευση

Η κάνναβη είναι φυτό απαιτητικό σε νερό και γι’ αυτό πρέπει να αρδεύεται 2-4 φορές κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Για την παραγωγή σπόρου, περίπου το 50% των αναγκών σε νερό είναι απαραίτητο στο στάδιο μεταξύ άνθισης και ωρίμανσης. Επίσης, η καλλιέργεια για παραγωγή ινών πρέπει να αρδεύεται, εάν θέλουμε να έχουμε μεγάλη ποσότητα και υψηλή ποιότητα ινών.

 

Συγκομιδή – αποθήκευση

Οι σύγχρονες καλλιέργειες κάνναβης για παραγωγή ινών παράγουν συγχρόνως και σημαντική ποσότητα σπόρου. Η συγκομιδή γίνεται με ειδικές χορτοκοπτικές-αλωνιστικές μηχανές, όπου παραλαμβάνεται ο σπόρος και τα κανναβοστελέχη αφήνονται στον αγρό για να αποβληθεί η περίσσεια της υγρασίας. Μετά, με ειδικό συλλεκτικό αυτοδετικό μηχάνημα, συλλέγονται τα στελέχη σε μεγάλες μπάλες και αποθηκεύονται στο υπόστεγο του καλλιεργητή, μέχρι να έρθει η ώρα να μεταφερθούν στο εργοστάσιο προς επεξεργασία.

Οταν η καλλιέργεια προορίζεται για παραγωγή σπόρου, η συγκομιδή γίνεται όταν τα φύλλα και ο βλαστός κιτρινίσουν και ο σπόρος έχει αρχίσει να σκληραίνει. Η συγκομιδή γίνεται με ειδικές θεριζοαλωνιστικές μηχανές.

Η απόδοση σε ξηρά στελέχη είναι περίπου 1 τόνος το στρέμμα και η απόδοση σε ίνες 80 με 100 κιλά. Σε σπόρο η απόδοση κυμαίνεται από 80 έως 120 κιλά.

 

Εχθροί και ασθένειες

Στη βιβλιογραφία αναφέρονται περίπου 50 εχθροί και παθογόνα (έντομα μύκητες, ιοί, βακτήρια κ.λπ.). Εντούτοις, στην πράξη, η γρήγορη και εύρωστη ανάπτυξη επιτρέπουν στο φυτό να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους εχθρούς και τις ασθένειες.

Ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης των εχθρών και των ασθενειών είναι η ένταξη της καλλιέργειας της κάνναβης σε τουλάχιστον τετραετή αμειψισπορά.